[Λόγω της μεγάλης μου αγάπης για τα όνειρα και την καταγραφή τους, σας καλώ, όποιος θέλει από σας, να μου στείλει κάποιο όνειρο που έχει δει και του έχει κάνει μεγάλη εντύπωση, να μου το στείλει με e-mail και να το δημοσιεύσω στη νέα σειρά από ποστάκια που ξεκινάω με περιγραφές ονείρων (είτε γλυκών είτε εφιαλτών...) Σήμερα δημοσιεύω το όνειρο μιας φίλης, που καθώς μου το διηγήθηκε με ενθουσίασε με τις εικόνες και τη θεματική του. Και περιμένω με ανυπομονησία κι από σας]
Προχωρούσα στη μισοβυθισμένη πόλη. Θύμιζε κάπως τη Βενετία. Μια εμφανής διαφορά αφορούσε το πλήθος των νησιών. Ήταν ένα και μοναδικό νησάκι, που η άμπωτη και η πλημμυρίδα άλλοτε το εμφάνιζαν με τη μορφή ενός απότομου γκρεμού κι άλλοτε το κάλυπταν λίγα μέτρα, μετατρέποντας το σε ένα πελώριο ενυδρείο. Το μεγάλη μου πρόβλημα ήταν η γατούλα μου. Είχα χάσει τη γκρίζα μου γάτα και έψαχνα απεγνωσμένα να τη βρω, ανάμεσα στα μισο-πλημμυρισμένα σοκάκια. Κι εκεί που η αγωνία μου έφτασε στο απροχώρητο, εμφανίστηκε ένας παράξενος άντρας που μου προσέφερε ένα μπουκαλάκι με γκρίζα σκόνη. Απ’ τη σκόνη αυτή μπορούσα, όπως είπε να επαναφέρω τη γατούλα μου. Μέσα στην απόγνωση μου, το πήρα κι αυτό, αλλά ποτέ δεν το χρησιμοποίησα. Ούτε και τη γάτα μου όμως βρήκα, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που με ξύπνησε ο φίλος μου, και σταμάτησε τόσο απότομα την περιπλάνηση μου στα όρια μεταξύ γης και νερού, κρατώντας ένα ελιξίριο για την αναγέννηση της ψυχής, το οποίο ο σκεπτικισμός μου το άφησε για πάντα ανενεργό…
