1438 μ. Χ. Λίγο μετά το πέρας της συνόδου στη Φερράρα και μετά τη Φλωρεντία για την ένωση των εκκλησιών και την ύστατη απόπειρα βοήθειας στην κινδυνεύουσα βασιλεύουσα. Ο Αργυρόπουλος, σκεπτικός αλλά ρεαλιστής, βλέπει το τέλος να είναι πολύ κοντά. Ο Τραπεζούντιος, πάντα ουτοπιστής, σχεδιάζει ήδη τις μετέπειτα δράσεις του για τον προσηλυτισμό του Μωάμεθ. Ο Βησσαρίωνας, πιστός φίλος του Πάπα, νοιώθει ώρα με την ώρα όλο και πιο καθολικός. Κι ο Πλήθων σιγουρεύεται πια ότι το μόνο κομμάτι που υπάρχει μια ελπίδα να παραμείνει αδούλωτο από την Οθωμανική λαίλαπα είναι ο Μυστράς. Επιταχύνει γι αυτό όλο και περισσότερο τη συγγραφή του νομικού καθεστώτος της Νέας Πολιτείας. Δεν επιδιώκει την επαναφορά την επαναφορά των αρχαίων θεών ως ένα απλοϊκό γραφικό πισωγύρισμα αλλά ως τη μυθολογική υποστήριξη της πολιτικής δομής που προτείνει, μιας δομής που λαμβάνει σοβαρά υπόψη τα τεκταινόμενα στη γειτονική Ιταλία. Νοηματοδοτεί τη ζωή μέσα από μια δίκαιη κοινωνική οργάνωση και μια απελευθερωτική προσέγγιση του θείου, γινόμενος έτσι προπομπός τρεις αιώνες πριν της εποχής των Φώτων.
Η Ραφαέλα, υπηρέτρια του Βησσαρίωνα, σηματοδοτεί τη ζωή μέσα από ένα ολότελα διαφορετικό δρόμο. Πέρα από κοινωνικές ουτοπίες και φιλοσοφικές ενδοσκοπήσεις, ακολουθεί τον σύγχρονο Επικούρειο της Νάπολης, τον Λορέντσο Βάλα. Αν και γυναίκα, δε νερώνει στο παραμικρό το κρασί της, αυτό που ανέβλυζε μές από το σπήλαιο των αισθήσεων της. Λάτρις της Υπατίας, μελετά κι αυτή μαθηματικούς γρίφους μόνο και μόνο για την ηδονή της επίλυσης, χωρίς να εντάσσει τα μαθηματικά αντικείμενα στον κόσμο των αυθύπαρκτων πλατωνικών ιδεών. Άλλωστε αντιπαθεί ριζικά τον Πλάτωνα. Τον θεωρεί διαστροφέα των Σωκρατικών ιδεών της χαράς και της απόλαυσης, τις οποίες εφάρμοσε, κατά τη γνώμη της, στην εντέλεια ο γαληνιότερος των φιλοσόφων, ο οργανωτής του Κήπου. Λάτρις και της Μαρίας της Αιγυπτίας, την οποία όμως κατέκρινε τρομερά για την οικτρή της μεταστροφή, που από πανηδονίστρια έγινε τρελή για τη δόξα ενός θεού, που η μόνη του επιδίωξη ήταν η θλίψη, ο πόνος και τα βάσανα του ανθρώπου. Απολάμβανε να διηγείται τις ιστορίες της πρώτης φάσης της ζωής της Μαρίας, τότε που καβαλικευόταν ασύστολα και ρούφαγε τα υγρά των αμέτρητων εραστών της.
Η Ραφαέλα ήταν γνήσια Επικούρεια, όχι μια χοντροκομμένη σαρκική ηδονίστρια τύπου Αρίστιππου. Δημιουργούσε ένα περιβάλλον καλαίσθητο και αρμόζον για τις αισθησιακές περιπτύξεις που προετοίμαζε με θρησκευτική ευλάβεια. Μυρωδικά απ’ τις Μολούκες Νήσους, άρτι αφιχθέντα επί το έργον. Πίνακες λαϊκών ζωγράφων που αναπαριστούσαν πιθήκους που εισχωρούσαν στους κόλπους ερεθισμένων κοριτσιών στις φοινικόγεμες αμμουδιές της Τυνησίας. Γλυπτά ηδονικά ζευγάρια θεοτήτων που αγκαλιάζονταν με τέτοια μανία που έτρεμε συθέμελα η πλάση, την οποία υποτίθεται ότι συντηρούσαν. Βενετσιάνες κόρες, αποθανατισμένες από ένα επιστήθιο φίλο του ντα Μεσίνα, γεύονταν το ανορθωμένο πέος του Μαυριτανού δούλου, που είχε αγοράσει ο πατέρας τους από τα παζάρια της Αλεξάνδρειας. Μια Φλωρεντίνα, που διάβαζε τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου, πεσμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι με προτεταμένα τα οπίσθια της, έτσι ώστε να τονίζεται το ερεθισμένο κατακόκκινο αιδοίο της, απ το οποίο έτρεχαν οι ακόρεστοι χυμοί της, όπως την είδε ένας βοηθός του Περουτζίνο.
Μόλις έφευγε για τις περιοδείες του ο Βησσαρίωνας, όπου προσπαθούσε την ύστατη στιγμή να βρει συμμάχους και να αποσοβήσει την πτώση της Κωνσταντινούπολης, έβγαζε η Ραφαέλα από το σεντούκι της τους πίνακες, τα γλυπτά και τα μυρωδικά, όλα δώρα των αριστοκρατών εραστών της και έπλαθε μια ατμόσφαιρα μεθυστική για την υποδοχή του αγαπημένου της. Η Λούκιος ήταν μακρινός της ξαδέλφος και είχαν μεγαλώσει μαζί από μικροί. Η σειρά των πράξεων, αν και προκαθορισμένη, ήταν πάντοτε το ίδιο διεγερτική, ίσως για αυτό μάλιστα, επειδή ήξεραν τι να περιμένουν. Την οδηγούσε στο μπάνιο, την καθάριζε χαϊδεύοντας την σ’ όλο της το σώμα, την χτένιζε, και στο τέλος τη φιλούσε με ένα φιλί που γλιστρούσε απαλά από το κάθε σημείο της στο γειτονικό της, χωρίς να λήγει ποτέ, πριν τελειώσουν κι οι δυο τους μέσα σε ένα αίσθημα απόλυτης μακαριότητας. Και τη στιγμή που έχυναν, οι κραυγές τους συνόδευαν απόλυτα ταιριαστά το λαούτο που έπαιζε η Βερενίκη, μια συνάδελφος της Ραφαέλας, που τη λάτρευε από κάθε άποψη. Και μετά έτρεχε να χωθεί κι αυτή γυμνή ανάμεσα στους δυο εραστές, γευόμενη έναν απόηχο που έσβηνε πολύ αργά, κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης νύχτας.
Όλα αυτά τα διαλείμματα της εκκωφαντικής παραφοράς έληξαν με την ανακήρυξη του Βησσαρίωνα ως καρδινάλιου και την μετάβαση του σε μια έπαυλη με νέο υπηρετικό προσωπικό.
Η Ραφαέλα παντρεύτηκε ένα φίλο του Βάλα, καθώς οι εξτρεμιστικές του ιδέες ήταν πιο διεγερτικές από την απλοϊκότητα του Λούκιου κι έμεινε πιστή σ αυτόν μέχρι το τέλος της ζωής του. Στη συνέχεια έγραψε σε έμμετρο λόγο και ζωγράφισε τις εμπειρίες της. Κι έτσι στάλα στάλα μεταδόθηκαν μέσω της Βερενίκης στους επιγενόμενους, μέχρι τις μέρες μας. Κι όποιος κατέχει αυτό το μοναδικό χειρόγραφο με τις λειτουργικότατες μικρογραφίες του, διαθέτει το ισχυρότερο αφροδισιακό, τόσο σαρκικό όσο και πνευματικό.
Copyright by Markos the Gnostic