Bosch : Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα
Ο Daniel Arnaut ήταν Προβηγκιανός τροβαδούρος του 13ου αιώνα, θεωρούμενος από τον Δάντη ως ο καλύτερος τεχνίτης του λόγου, από τον Πετράρχη ως ‘μεγάλος δάσκαλος της αγάπης’ και από τον Έζρα Πάουντ ως ο μεγαλύτερος ποιητής που έχει περάσει ποτέ. Αυτόν λοιπόν τον θαυμαστό δάσκαλο του έρωτα, τον βάζει ο Δάντης (τι περίεργο!) στο Καθαρτήριο της Θείας Κωμωδίας, XXVI, 140-147, να εκτίει ποινή για λαγνεία, και μάλιστα να παρακαλεί μετανιωμένος για το παρελθόν του, να τον θυμηθούν ενώπιον του θεού. Στη προσωπική του ζωή μάλιστα ο Δάντης βαθιά ερωτευμένος με τη Βεατρίκη Πορτινάρι, δεν την άγγιξε ποτέ. Αντ’ αυτού παντρεύτηκε την Τζέμα Ντονάτι από πλούσια φλωρεντινή οικογένεια και έκανε μαζί της τέσσερα παιδιά, χωρίς να πάψει την ερωτική του ποίηση για την Βεατρίκη, και χωρίς να αφιερώσει τον παραμικρό στίχο για τη σύζυγο του. Μήπως από φόβο μήπως μετατρέψει τον έρωτα του σε λαγνεία;
Με αφορμή αυτή την αναφορά σκέφτηκα γενικότερα τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα που παραθέτει ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία, ακολουθώντας την κατηγοριοποίηση του Πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου γύρω στο 600, και τα ένοιωσα συμβολικά ως εξαιρετικές ψυχικές προδιαθέσεις σε απόλυτη συμπληρωματικότητα με τα υποτιθέμενα 7 αναγεννητικά προτερήματα.
Λαγνεία: να αφιερώνεσαι με πάθος χωρίς τους περιοριστικούς κανόνες της λογικής, και καθώς δίνεσαι ολοκληρωτικά, να διαχέεις τον εαυτό σου μες στον άλλο και να νιώθεις τους χυμούς του ως χυμούς σου – Αγνότητα: να διώχνεις από μέσα σου κάθε τι μίζερο και μετριοπαθές που σε κρατά κολλημένο στη καθεστηκυία αντίληψη.
Αλαζονεία: η χαρά ότι ζεις, μια χαρά που σε κάνει να νιώθεις ότι ξεπερνάς σε ενέργεια το κάθε πλάσμα, ακόμη και το θεό – Ταπεινοφροσύνη: η αίσθηση ότι είσαι ένα απειροελάχιστο μέρος μέσα στο όλο, αλλά ότι χωρίς εσένα όλα θα ήταν διαφορετικά.
Λαιμαργία: η τάση να τρως κάθε τι που αγαπάς, γιατί μόνο έτσι το αφομοιώνεις και το κάνεις εαυτό σου – Εγκράτεια: η δύναμη να φυλάς για το αγαπημένο σου πρόσωπο το καλύτερο που έχεις να δώσεις.
Οκνηρία: η χαρά να μη κάνεις τίποτα και να απολαμβάνεις τον ήχο του αέρα και τους χτύπους της καρδιάς σου – Ζήλος: να μην μπορείς να σταθείς ούτε στιγμή χωρίς να δημιουργείς.
Οργή: η εναντίωση σου σε κάθε τι που βλέπεις ότι πάει να σε αλλοτριώσει και να σε κάνει άλλο από αυτό που εσύ πιστεύεις ότι είσαι – Ανοχή: η κατασταλαγμένη σοφία ότι τίποτα γύρω σου δεν φταίει αφ’ εαυτού, καθώς είναι γρανάζι ενός τεράστιου συστήματος, του οποίου έγινε μέρος χωρίς τη θέληση του.
Απληστία: να τα θες όλα, να τα ρουφήξεις και να γίνεις μέτοχος τους, γιατί έτσι φτιάχτηκες, παρόλο που τελικά θα ζήσεις ελάχιστα – Αγαθοεργία: να νοιάζεσαι για τους άλλους χωρίς όρια, να επικοινωνείς μαζί τους και να τους φιλάς με τη φύση σου.
Ζήλεια: να λαχταράς αυτά που βλέπεις στους άλλους αλλά δεν μπορείς να τα κάνεις εσύ και έτσι μες απ’ τους άλλους αγαπώντας τους, να είναι σαν τα κάνεις κι εσύ – Καλωσύνη: να χαίρεσαι με τη χαρά των άλλων και έτσι να την πολλαπλασιάζεις.
Και ας τελειώσουμε με ένα ποίημα του Arnaut:
Love and joy and time and place
return me to my usual wits
back from that yoke I had the other year,
when I went hunting hares with oxen:
now I’m better off, Love-wise, and worse,
since I love well, and for that I call myself lucky;
but my name is still Not-Loved
if Love and my entreats don’t win her stark heart.
He who loses all his wealth at once
ought to look for a rich lord
to restore his loss and harm,
since a poor one wouldn’t be worth to him a minnow:
for this reason I have chosen her
towards whom neither my heart nor my eyes have ever been closed,
and I vow, Love, if you win her for me,
peace forever with all the others.
He’s worth little, a man without joy;
I know it well, I’ve had mine spoiled,
since for an excess of toil,
the pain of which won’t leave my heart,
(and if sadness doesn’t leave as joy did)
soon my relatives shall see me insane;
but the one who has changed my heart is such
that I would die old, loving her.
I don’t know anyone as devoted to God,
hermit nor monk nor cleric,
as I am to her about whom I sing,
and this’ll be proven ere new year comes;
I am more faithful to her than to a half of myself,
and I would be so [even] if I were king or duke:
so pure is my heart towards her
that I’ll be blind ere I long for another woman.
About that of which I’ve so feared and doubted
I now grow more hopeful and assured,
since an adage I have heard once
tells me it thunders as long as it rains;
albeit I fail five years or six,
how gladly, when my hair is hoary,
I’ll enjoy that for which I suffer,
since by loving and entreating the scornful heart is sweetened.
From long sighing and grievous wailing
the one I exalt myself for can deliver me,
since now, for a seemly visage’s only sake,
I have stirred a wholly new song.
I walk up the slope and don’t complain,
since this mountain moves me to think gently.
Go up, heart! you do well if you suffer:
go on, as long as you don’t fail the one you brood.
Gold shall be viler than iron
before Arnaut renounces loving the one he’s secretly devoted to.