Και πάλι στο παιχνίδι των λέξεων όπου με έμπασε η Lady Lilith με τις λέξεις:
Μηδέν, τρίβω, ανεμόσκαλα, επιτήρηση, ωλένη.
«Όχι αγαπητέ μου Πιερ, ο έρωτας δεν υφίσταται, πώς να στο πώ, δεν υπάρχει καθόλου, δεν έχει συμβεί ποτέ. Στην αρχή περιδιαβαίνει σαν μύκητας, σαν βακτήριο, σαν ερημίτης. Εισβάλλει ανενόχλητα στην περιοχή της ωλένης, κι από κει, από κύτταρο σε κύτταρο, ανεβαίνει σαν να αναρριχάται πάνω σε μια ανεμόσκαλα μέχρι το μυαλό.
Όχι αγαπητέ μου Πιερ, ο έρωτας δεν υφίσταται. Θυμάμαι εκείνη τη μέρα που γνώρισες την Αντιόπη. Το πρόσωπό της, μου έλεγες, ήταν αποτυπωμένο παντού. Δε σε πίστεψα ποτέ. Ούτε εγώ, ούτε ο Πωλ, ούτε κανείς δεν έβλεπε το πρόσωπό της. Θα σε φοβίσω Πιερ, αλλά η Αντιόπη ήταν ο θάνατος, ο έρωτάς της για σένα ήταν ο θάνατος.
Σε κάτι όμως ήταν λυτρωτική σου έδειξε το μηδέν. Θυμάσαι που επέμενες ότι το μηδέν είναι το κενό; και ότι εφόσον το κενό δεν υπάρχει ούτε και το μηδέν υπάρχει; Κι όμως εκείνη σου έδειξε το μηδέν. Βοηθούσε άλλωστε και το ίδιο της το όνομα.
Μια θάλασσα από συμπλέγματα κι αδυσώπητες επιθυμίες είμαστε Πιερ με συνισταμένη μηδέν, να το μηδέν, να η Αντιόπη, να κι ο έρωτας…
Αυτό αποκλείεται, ούτε να το ξαναπείς.
Δεν είμαστε υπάρξεις υπό επιτήρηση. Δεν είμαστε καν υπάρξεις. Το μηδέν δεν είναι ύπαρξη. Το μηδέν όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά ούτε καν μηδενούται που υποστήριζε ο Χάιντεγκερ.
Το μηδέν δεν, το μηδέν δεν, το μηδέν δεν, ακούς;
Το μηδέν μη, το μηδέν μη, το μηδέν μη.
Είδες που καταλήγουμε από κει που ξεκινήσαμε;
Αν τον τρίβεις κάπου και κάπως τουλάχιστον κάτι αισθάνεσαι, όχι έρωτα, αλλά τουλάχιστον μια ερωτροπίνη θα έλεγα. Πρόσεξε να δεις. Δεν μας νοιάζει αν η ερωτροπίνη αυτή αντισταθμιστεί μετά από μια ώρα από μια αντίθετη ερωτροπίνη. Για την ώρα που τρέχει η ερωτροπίνη υπάρχει, το μηδέν νικιέται έστω για λίγο.
Βλέπεις; Όλα καλά, αρκεί να μη τα εξετάζεις σε μεγάλο χρονικό ορίζοντα. Η διάρκεια όσο μεγαλώνει, γίνεται αδυσώπητη. Μη την εμπιστεύεσαι.
Σε χαιρετώ, σε οριοθετώ, σε πατώ.
Αντιδεοντολογικά
Λυκ»