…
Δεν υπήρχε καμιά διάκριση ντροπής ή ύφους ανάμεσα στα γενετήσια και τα υπόλοιπα σημεία του σώματος. Άλλοι κάλυπταν μια λωρίδα της κοιλιάς τους, άλλοι τους μηρούς τους, άλλοι το πρόσωπό τους με ένα σκουφί, άλλοι το πέος τους αφήνοντας σε κοινή θέα τους όρχεις ή τους όρχεις τους αφήνοντας σε κοινή θέα το πέος. Άλλες κάλυπταν την πλάτη και τα οπίσθιά τους με ένα φόρεμα σαν χλαμύδα, άλλες τα μάτια τους σαν μασκοφόρες, άλλες τους αστραγάλους τους, άλλες τη πτέρνα τους σαν τον Αχιλλέα, άλλες τα στήθη τους αφήνοντας ακάλυπτες τις ρόγες τους, άλλες το εφηβαίο τους αφήνοντας να ξεπετάγονται ανυπόταχτα τα χείλη τους. Συχνά έβλεπες να κρεμούν απ’ το πέος τους καδένες κι απ’ τα χείλη του αιδοίου τους χαλκάδες. Όλα πλέον ήταν ισότιμα κι ο ερωτισμός που προκαλούσαν σ’ έναν άντρα τα μικρά δάχτυλα των ποδιών των γυναικών ή οι λοβοί των αυτιών τους ή το φούσκωμα της κοιλιάς τους ήταν πολύ μεγαλύτερος από την επίδραση που είχαν πάνω του τα εκτεθειμένα αιδοία τους ή οι στητές σαν μεγάλα σπυριά ρόγες τους. Και αντίστοιχα οι γυναίκες μπορούσαν να διεγερθούν απείρως περισσότερο από τη σχηματοδομή του αντίχειρα των ανδρών ή τη λακκούβα της μέσης τους παρά από τα άχαρα και αυθάδικα προτεταμένα πέη τους.
…
[απόσπασμα από την Ουτοπία του Charles Ferguson (1780-1843). Μτφρ. Νίκος Ιγνατιάδης. Εκδ. «Αδυναμία»]