Skip navigation

Monthly Archives: Μαΐου 2007

αναζητούσε τον έρωτα

σε προγονικές ασβεστολιθικές μορφές

εκεί όπου ξεκουράζεται η μακαριότητα των αλόγων

έζησε μέσα της

μόνο για μια φορά

μόνο για μια στιγμή

κι από τότε

ο έρωτας του

αναζητεί τη θαλπωρή

στο μέγεθος των σταγόνων

και τις γωνίες των βλεμμάτων

 

Advertisements

[Ξεκινάμε με την zoe ένα συγγραφικό πείραμα με συνεχή εναλλαγή μεταξύ μας χωρίς καμία προ-συνεννόηση επί του περιεχομένου και της δομής. Όπως και να πάει, ακόμη και ημιτελές να μείνει, έχει το ενδιαφέρον των ζωντανών πραγμάτων, που χωρίς να έχουν κάποιο προορισμό τον εφευρίσκουν και αγωνίζονται με πάθος για την εκπλήρωση του]

Όλη μέρα έσκαβε ένα λάκκο που ξεκινούσε από ένα σημείο του δάσους και μέσα από μια υπόγεια διαδρομή οδηγούσε λίγα μέτρα πιο κει και πάλι στο φως. Χτες τα ίδια. Και προχτές. Δεκάδες μέρες τώρα, βδομάδας, μήνες, τα ίδια. Είχε ο κήπος γεμίσει από εκατοντάδες υπόγεια τούνελ, η λειτουργικότητα των οποίων παρέμενε ουσιωδώς άγνωστη.
Σήμερα πια όμως είχε τελειώσει. Ένα δίκτυο από σκουληκότρυπες που θύμιζε την χωρο-χρονική επικοινωνία ανάμεσα στις λευκές και τις μαύρες τρύπες του Σύμπαντος, ήταν διαθέσιμο, αλλά για ποιους;
Ο A, συγκινημένος πια από την ολοκλήρωση ενός έργου πολύπλοκου και απαιτητικού, εγκατέλειψε το δάσος και ξαναγύρισε στην πολύβουη πόλη. Οι υπόγειες σήραγγες του δάσους δεν διέφεραν και πολύ από τις υπόγειες διαδρομές της ψυχής του, στις οποίες αφέθηκε, αδυνατώντας να αντισταθεί.
Σκέφτηκε το Νίκο, τη Θάλεια, το Γιώργο, το Δημήτρη, τη Λένα, και τόσους άλλους, των οποίων η ζωή διασταυρωνόταν ανεπάντεχα με τη δική του. Άλλοτε του έλειπαν, άλλοτε δεν ήθελε να δει κανέναν. Το παράξενο ήταν ότι ενώ όλοι αυτοί αποτελούσαν σημαντικά κομμάτια της ζωής του, ένα άλλο όνομα, μια άλλη λέξη αντηχούσε περισσότερο μες στο μυαλό του, Ζωή.
Καθώς σκεφτόταν λοιπόν τη Ζωή, του ήρθε μια εικόνα.
Μια απέραντη παραλία ενός νησιού ακατοίκητου, απέραντη από την άποψη ότι ήταν μόνο παραλία, χωρίς να διακόπτεται από τίποτα. Κατά τα άλλα ήταν μικρή σε έκταση, όπως μικρό ήταν και το νησί. Αυτή η απέραντη μα μικρή παραλία γέμισε ξαφνικά και ακαριαία από ανθρώπους που σαν πιγκουίνοι ήταν στριμωγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον. Όλοι φορούσαν ένα καφέ χιτώνα, στο μπροστινό μέρος του οποίου ήταν ζωγραφισμένο ένα πέος ή ένα αιδοίο, μάλλον για να δηλώνει το φύλο. Τα πρόσωπα είχαν μια αγγελική άφυλη διάσταση, θυμίζοντας ένα αγόρι ή ένα κορίτσι προεφηβικής ηλικίας. Σε μια στιγμή ένας κεραυνός έλαμψε μεταξύ ουρανού και γης και τους διαπέρασε όλους σαν μια μακριά κόκκινη κλωστή και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχαν όλοι μετατραπεί σε λόφους άμμου.
‘Κάθε κόκκος άμμου’, σκέφτηκε, ‘είναι μια σκέψη ή ένα συναίσθημα του κάθε ανθρώπου’.
Σε λίγη ώρα φύσηξε ένας δυνατός παγερός αέρας που σήκωσε και διέλυσε τους αμμόλοφους, κι όλες αυτές οι σκέψεις και τα συναισθήματα άρχισαν να τον μαστιγώνουν ανελέητα. Δεν άντεχε κι έπεσε στη θάλασσα.
‘Πρέπει επειγόντως να βρω τη Ζωή’, μονολόγησε ο A, έκανε ένα μακροβούτι, το τέλος του οποίου τον επανέφερε και πάλι στην πραγματικότητα.

Συνέχεια   Απόσπασμα-2

boschsevendeadlysins.jpg Bosch : Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα

 

Ο Daniel Arnaut ήταν Προβηγκιανός τροβαδούρος του 13ου αιώνα, θεωρούμενος από τον Δάντη ως ο καλύτερος τεχνίτης του λόγου, από τον Πετράρχη ως ‘μεγάλος δάσκαλος της αγάπης’ και από τον Έζρα Πάουντ ως ο μεγαλύτερος ποιητής που έχει περάσει ποτέ. Αυτόν λοιπόν τον θαυμαστό δάσκαλο του έρωτα, τον βάζει ο Δάντης (τι περίεργο!) στο Καθαρτήριο της Θείας Κωμωδίας, XXVI, 140-147, να εκτίει ποινή για λαγνεία, και μάλιστα να παρακαλεί μετανιωμένος για το παρελθόν του, να τον θυμηθούν ενώπιον του θεού. Στη προσωπική του ζωή μάλιστα ο Δάντης βαθιά ερωτευμένος με τη Βεατρίκη Πορτινάρι, δεν την άγγιξε ποτέ. Αντ’ αυτού παντρεύτηκε την Τζέμα Ντονάτι από πλούσια φλωρεντινή οικογένεια και έκανε μαζί της τέσσερα παιδιά, χωρίς να πάψει την ερωτική του ποίηση για την Βεατρίκη, και χωρίς να αφιερώσει τον παραμικρό στίχο για τη σύζυγο του. Μήπως από φόβο μήπως μετατρέψει τον έρωτα του σε λαγνεία;

Με αφορμή αυτή την αναφορά σκέφτηκα γενικότερα τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα που παραθέτει ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία, ακολουθώντας την κατηγοριοποίηση του Πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου γύρω στο 600, και τα ένοιωσα συμβολικά ως εξαιρετικές ψυχικές προδιαθέσεις σε απόλυτη συμπληρωματικότητα με τα υποτιθέμενα 7 αναγεννητικά προτερήματα.

 

Λαγνεία: να αφιερώνεσαι με πάθος χωρίς τους περιοριστικούς κανόνες της λογικής, και καθώς δίνεσαι ολοκληρωτικά, να διαχέεις τον εαυτό σου μες στον άλλο και να νιώθεις τους χυμούς του ως χυμούς σου – Αγνότητα: να διώχνεις από μέσα σου κάθε τι μίζερο και μετριοπαθές που σε κρατά κολλημένο στη καθεστηκυία αντίληψη.

 

Αλαζονεία: η χαρά ότι ζεις, μια χαρά που σε κάνει να νιώθεις ότι ξεπερνάς σε ενέργεια το κάθε πλάσμα, ακόμη και το θεό – Ταπεινοφροσύνη: η αίσθηση ότι είσαι ένα απειροελάχιστο μέρος μέσα στο όλο, αλλά ότι χωρίς εσένα όλα θα ήταν διαφορετικά.

 

Λαιμαργία: η τάση να τρως κάθε τι που αγαπάς, γιατί μόνο έτσι το αφομοιώνεις και το κάνεις εαυτό σου – Εγκράτεια: η δύναμη να φυλάς για το αγαπημένο σου πρόσωπο το καλύτερο που έχεις να δώσεις.

 

Οκνηρία: η χαρά να μη κάνεις τίποτα και να απολαμβάνεις τον ήχο του αέρα και τους χτύπους της καρδιάς σου – Ζήλος: να μην μπορείς να σταθείς ούτε στιγμή χωρίς να δημιουργείς.

 

Οργή: η εναντίωση σου σε κάθε τι που βλέπεις ότι πάει να σε αλλοτριώσει και να σε κάνει άλλο από αυτό που εσύ πιστεύεις ότι είσαι – Ανοχή: η κατασταλαγμένη σοφία ότι τίποτα γύρω σου δεν φταίει αφ’ εαυτού, καθώς είναι γρανάζι ενός τεράστιου συστήματος, του οποίου έγινε μέρος χωρίς τη θέληση του.

 

Απληστία: να τα θες όλα, να τα ρουφήξεις και να γίνεις μέτοχος τους, γιατί έτσι φτιάχτηκες, παρόλο που τελικά θα ζήσεις ελάχιστα – Αγαθοεργία: να νοιάζεσαι για τους άλλους χωρίς όρια, να επικοινωνείς μαζί τους και να τους φιλάς με τη φύση σου.

 

Ζήλεια: να λαχταράς αυτά που βλέπεις στους άλλους αλλά δεν μπορείς να τα κάνεις εσύ και έτσι μες απ’ τους άλλους αγαπώντας τους, να είναι σαν τα κάνεις κι εσύ – Καλωσύνη: να χαίρεσαι με τη χαρά των άλλων και έτσι να την πολλαπλασιάζεις.

 

Και ας τελειώσουμε με ένα ποίημα του Arnaut:

 Love and joy and time and place
return me to my usual wits
back from that yoke I had the other year,
when I went hunting hares with oxen:
now I’m better off, Love-wise, and worse,
since I love well, and for that I call myself lucky;
but my name is still Not-Loved
if Love and my entreats don’t win her stark heart.

 

He who loses all his wealth at once
ought to look for a rich lord
to restore his loss and harm,
since a poor one wouldn’t be worth to him a minnow:
for this reason I have chosen her
towards whom neither my heart nor my eyes have ever been closed,
and I vow, Love, if you win her for me,
peace forever with all the others.
 

He’s worth little, a man without joy;
I know it well, I’ve had mine spoiled,
since for an excess of toil,
the pain of which won’t leave my heart,
(and if sadness doesn’t leave as joy did)
soon my relatives shall see me insane;
but the one who has changed my heart is such
that I would die old, loving her.



I don’t know anyone as devoted to God,
hermit nor monk nor cleric,
as I am to her about whom I sing,
and this’ll be proven ere new year comes;
I am more faithful to her than to a half of myself,
and I would be so [even] if I were king or duke:
so pure is my heart towards her
that I’ll be blind ere I long for another woman.

 
About that of which I’ve so feared and doubted
I now grow more hopeful and assured,
since an adage I have heard once
tells me it thunders as long as it rains;
albeit I fail five years or six,
how gladly, when my hair is hoary,
I’ll enjoy that for which I suffer,
since by loving and entreating the scornful heart is sweetened.

 
From long sighing and grievous wailing
the one I exalt myself for can deliver me,
since now, for a seemly visage’s only sake,
I have stirred a wholly new song.
I walk up the slope and don’t complain,
since this mountain moves me to think gently.
Go up, heart! you do well if you suffer:
go on, as long as you don’t fail the one you brood.

 
Gold shall be viler than iron
before Arnaut renounces loving the one he’s secretly devoted to.

το κορμί της ανοιχτόχρωμο λινό

φορά έναν άνθρωπο

εξατομικευμένης συμπεριφοράς

πάνω στο κεφάλι της

ένας πύργος

λίγο μεγαλύτερος απ’ τον πύργο της Βαβέλ

λίγο μικρότερος απ’ τον οίκο του θεού

μες στη παλάμη της εγώ

γαλάζιο ζώο

ελαφρώς αντι-κοινωνικό

τα πόδια της

από βαμβάκι

με νύξεις δέρματος

ανθρώπινου δέρματος

με χάλκινες ανταύγειες

διεσταλμένα σε οκτώ πυρετούς

μια και το ζήτησε η 3pd θα μπω λίγο στο παιχνίδι σε όσα με ενδιαφέρουν

Η απόλυτη ευτυχία για σας είναι;

να με λαχταράει μια που τη λαχταράω

Το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σας είναι;

η περιέργεια

Το βασικό ελάττωμά σας;

η απίστευτη πολύ-διάσπαση

Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεστε περισσότερο;

τον Giordano Bruno

Το αγαπημένο σας ταξίδι;

αχ, ναι, πότε επιτέλους θα πάω Ισλανδία;

Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Όμηρος, Πλάτωνας, Shakespeare, Goethe, Borges, Poe, Kafka, Καζαντζάκης, Valery, Εξυπερύ, Cioran, Pessoa, Lacarriere, Eco…

Ποια αρετή προτιμάτε σε έναν άντρα; … και σε μια γυναίκα;

Και στους δυο την ενθουσιαστικότητα

Ο αγαπημένος σας συνθέτης;

Μοτσαρτ και Ιαν Αντερσον

Το βιβλίο που σας σημάδεψε;

Ο μικρός πρίγκιπας του Εξυπερύ.

Η ταινία που σας σημάδεψε;

Μα βέβαια η Έβδομη Σφραγίδα του Μπέργκμαν

Ο αγαπημένος σας ζωγράφος;

Rosetti, Boticelli, Giorgone, Durer, Manet

Ο μεγαλύτερος φόβος σας;

Οι κατσαρίδες

Πώς θα επιθυμούσατε να πεθάνετε;

Ξαφνικά εν ριπή οφθαλμού (έμφραγμα, οτιδήποτε…)

Εάν συνέβαινε να συναντήσετε τον Θεό, τι θα θέλατε να σας πει;

ρε φίλε τελικά μου τη βγήκες πολύ περίεργα…

Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεστε αυτόν τον καιρό;

τρικυμιώδη νηνεμία

δυο σκελετοί
σε στάση περισυλλογής
θαμμένοι ασβεστόλιθοι
επικλινείς
κι η φύση γύρω τους
χωρίς ίχνος σεβασμού
σε ένα όργιο ζωής

«έχετε δει πνεύμα

που να μην αντλεί όλη την ομορφιά του

από τη σάρκα;»

θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο Υθλόδαιος της Ουτοπίας,

«έχετε δει άσαρκες υποστάσεις

χωρίς όγκο

και χωρίς μνήμη;»

θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο Ιοαβίνος της Νέας Ατλαντίδας,

«με πλησιάζουν

από μακριά

ίνα προς ίνα

ψυχή προς ψυχή

δε θα τις αφήσω όμως

να με αγγίξουν

και να με κάνουν σημείο»