Skip navigation

Monthly Archives: Ιουνίου 2007

[Λόγω της μεγάλης μου αγάπης για τα όνειρα και την καταγραφή τους, σας καλώ, όποιος θέλει από σας, να μου στείλει κάποιο όνειρο που έχει δει και του έχει κάνει μεγάλη εντύπωση, να μου το στείλει με e-mail και να το δημοσιεύσω στη νέα σειρά από ποστάκια που ξεκινάω με περιγραφές ονείρων (είτε γλυκών είτε εφιαλτών…) Σήμερα δημοσιεύω το όνειρο μιας φίλης, που καθώς μου το διηγήθηκε με ενθουσίασε με τις εικόνες και τη θεματική του. Και περιμένω με ανυπομονησία κι από σας]

lilith1b.jpg

Προχωρούσα στη μισοβυθισμένη πόλη. Θύμιζε κάπως τη Βενετία. Μια εμφανής διαφορά αφορούσε το πλήθος των νησιών. Ήταν ένα και μοναδικό νησάκι, που η άμπωτη και η πλημμυρίδα άλλοτε το εμφάνιζαν με τη μορφή ενός απότομου γκρεμού κι άλλοτε το κάλυπταν λίγα μέτρα, μετατρέποντας το σε ένα πελώριο ενυδρείο. Το μεγάλη μου πρόβλημα ήταν η γατούλα μου. Είχα χάσει τη γκρίζα μου γάτα και έψαχνα απεγνωσμένα να τη βρω, ανάμεσα στα μισο-πλημμυρισμένα σοκάκια. Κι εκεί που η αγωνία μου έφτασε στο απροχώρητο, εμφανίστηκε ένας παράξενος άντρας που μου προσέφερε ένα μπουκαλάκι με γκρίζα σκόνη. Απ’ τη σκόνη αυτή μπορούσα, όπως είπε να επαναφέρω τη γατούλα μου. Μέσα στην απόγνωση μου, το πήρα κι αυτό, αλλά ποτέ δεν το χρησιμοποίησα. Ούτε και τη γάτα μου όμως βρήκα, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που με ξύπνησε ο φίλος μου, και σταμάτησε τόσο απότομα την περιπλάνηση μου στα όρια μεταξύ γης και νερού, κρατώντας ένα ελιξίριο για την αναγέννηση της ψυχής, το οποίο ο σκεπτικισμός μου το άφησε για πάντα ανενεργό…

…άγγιξα τρομαγμένος τη δεξιά μου παλάμη με τον δείκτη του αριστερού χεριού μου. Ήταν σκοτάδι. Δεν έβλεπα. Μόνο ψηλαφούσα. Ένιωσα στην αφή κάτι παχύρρευστο, σαν αίμα. Έκπληκτος ένιωσα το ίδιο ακουμπώντας το δεξί μου πήχυ και πιο πάνω το βραχίονα. Ήμουν παντού ματωμένος; Έβγαλα τη μπλούζα μου. Παντού στο σώμα μου η ίδια αίσθηση. Αίμα παντού; Ήμουν βαριά τραυματισμένος; Μήπως και νεκρός; Μου ήρθε λιποθυμία. Επιτέλους ξύπνησα. Μες στο σκοτάδι, εστιάζω τη προσοχή μου στη δεξιά μου παλάμη. Διακρίνω κάποιες σκιές. Πρέπει να είναι αίμα. Να δεις που δεν ήταν μόνο όνειρο. Πρέπει να έχω γεμίσει παντού αίμα. Θυμάμαι διηγήσεις βαριά τραυματισμένων, που αντιλαμβάνονται πρώτα την κατάσταση τους σαν σε όνειρο. Ένας τρόμος, ο μεγαλύτερος που έχω νιώσει ποτέ με διαπερνά. Τελικά μάλλον ήρθε η στιγμή. Ή πέθανα ή πεθαίνω. Κάθε τι πια είναι ανώφελο. Μήπως να ξανακοιμηθώ; Μήπως έτσι το πέρασμα στον άλλο κόσμο, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, θα είναι ευκολότερο; Μες στη θανατερή μου μέθη ανοίγω μηχανικά το διακόπτη του φωτός. Και κοιτάζω με την άκρη του ματιού μου τη δεξιά μου παλάμη. Εκ πρώτης όψεως οι σκιές του υποτιθέμενου αίματος δεν φαίνονται. Παίρνω θάρρος και κοιτάζω καλύτερα. Απίστευτο… Αίμα δεν βλέπω πουθενά. Μόνο μέσα μου, εκεί που του αρμόζει, ελπίζω να βρίσκεται. Αρχικά ενθουσιάζομαι. Είμαι ζωντανός, είμαι υγιής. Είμαι υγιής; Μήπως από φόβο κοιμήθηκα και ονειρεύομαι ότι είμαι εντάξει; Δεν αντέχω άλλο. Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Και κυρίως δεν βρίσκω πια ένα αδιαμφισβήτητο τρόπο διάκρισης ανάμεσα στον ύπνο και την εγρήγορση, τη ζωή και το θάνατο. Αδύναμος απ την όλη περιπέτεια, σηκώνομαι απ το κρεβάτι. Κάνω νευρικές βόλτες μες στο σπίτι. Επικαλούμαι όσες θείες δυνάμεις γνωρίζω, ευχαριστώντας τες για τη σωτηρία μου, μια σωτηρία από κάτι που ίσως δεν με απείλησε ποτέ. πραγματικά. Και βέβαια όλα αυτά και πάλι μόνο στην περίπτωση που δεν κοιμήθηκα από εξάντληση βουτηγμένος στο αίμα μου. Πίνω νερό. Πολύ νερό. Γιατί να έχω ανάγκη τόσο μεγάλη ποσότητα νερού; Να δεις ότι έχω χάσει πολύ αίμα. Αρχίζω και πολύ να κοιτάζομαι. Ξεγυμνώνομαι μπροστά στον καθρέφτη. Μες στο χτυποκάρδι μου βλέπω το σώμα μου ανέπαφο. Εγείρεται μέσα μου μπρος στη θέα του γυμνού και μια ρανίδα σεξουαλικότητας. Αυτό με χαροποιεί. Οι νεκροί δεν νομίζω να διεγείρονται. Την ίδια στιγμή χτυπά το τηλέφωνο. Με παίρνει εκείνη έντρομη, από ένα θρίλερ που είδε και τη συντάραξε. Αρχίζω να αισθάνομαι καλύτερα. Σαν να απορρόφησε ο τρόμος της τον τρόμο μου. Σαν να έπρεπε να ασχοληθώ με τον τρόμο ενός άλλου και να ξεχάσω τον δικό μου. Οι δυο τρόμοι γρήγορα μετατράπηκαν σε ένα συνονθύλευμα γλυκύτητας, απομακρύνοντας τουλάχιστον για κάποιο διάστημα το μοιραίο…

το ανεξιχνίαστο άλλο
προσεγγίζοντας το
με προσοχή, με ανιδιοτέλεια
σιγανά
σε μια συνεχή έκπληξη δακρύων

μακριά
πολύ μακριά,
τόσο μακριά
που να χει τη δύναμη
να εκσφενδονιστεί κατά πάνω μας

χαρούμενοι σε βαθμό έρωτα
και το ίζημα απ τις διεργασίες
ένα κατάλευκο, αέρινο μειδίαμα

 

Jaufre Rudel dies in the arms of Hodierna of Tripoli (MS of troubadour songs, 13C North Italian, Bib. Nat. Française)

Η κόμισσα της Τρίπολης Χοδιέρνα (Hodierna), κόρη του βασιλιά της Ιερουσαλήμ Βαλδουίνου Β’, αδελφή της μετέπειτα βασίλισσας Μελισάνδης και σύζυγος του Κόμη Ραϋμόνδου Β’ της Τρίπολης, ήταν μια γυναίκα ιδιαίτερα δυναμική και ερωτική, η οποία εμπλεκόταν σε σημαντικό βαθμό στα πολιτικά δρώμενα της περιοχής της και ιδιαίτερα στη σύγκρουση της αδελφής της Μελισάνδης με τον γιο της, βασιλιά της Ιερουσαλήμ, Βαλδουίνο Γ’. Είχαν ακουστεί μάλιστα φήμες για ερωτική ζωή πέραν των ορίων του γάμους της, φήμες που έφταναν και στο σημείο να υποψιάζονται ότι η κόρη της Μελισάνδη (ονομασία προς τιμήν της βασίλισσας) ήταν αγνώστου πατρός. Αυτή η φημολογούμενη ή έστω και πραγματική ελευθεριακότητα της είχε σαν αποτέλεσμα κατ’ οίκον περιορισμό από τον ζηλότυπο σύζυγο της, μέχρι που αυτός δολοφονήθηκε από τους Ασασίνους.

Η φήμη της Χοδιέρνα είχε φτάσει μέχρι και τη Γαλλία, όπου ο ονομαστός τροβαδούρος Jaufré Rudel την έκανε το ανυπέρβλητο ερωτικό του ταίρι, στη φαντασία και τα τραγούδια του. Δε δίστασε μάλιστα να λάβει μέρος ακόμη και στη Δεύτερη Σταυροφορία το 1147, για χάρη της. Στο ταξίδι όμως αρρώστησε και με δυσκολία παρέμεινε ζωντανός μέχρι να φτάσει στο λιμάνι της Τρίπολης. Μόλις το έμαθε αυτό η Χοδιέρνα, κατέβηκε απ το κάστρο, τον αγκάλιασε, και τότε, αυτός, ευτυχισμένος που επιτέλους ενώθηκε με την μακρινή του ερωμένη (amor de lonh), άφησε πάνω στην καρδιά της την τελευταία του πνοή.

Οι ρομαντικοί του 19ου αιώνα βρήκαν αυτήν την ιστορία πολύ δυνατή. Έγινε αντικείμενο της ποίησης των Ludwig Uhland, Heinrich Heine, Robert Browning (Rudel to the Countess of Tripoli) και του Giosué Carducci (Jaufré Rudel). Ο Algernon Charles Swinburne επανήλθε πολλές φορές σ’ αυτή την ιστορία, στα The Triumph of Time, The Death of Rudel και το χαμένο Rudel in Paradise (ή αλλιώς The Golden House). Στο The Triumph of Time, περιγράφει την μοναδική αυτή ιστορία ως εξής:

There lived a singer in France of old
By the tideless dolorous midland sea.
In a land of sand and ruin and gold
There shone one woman, and none but she.
And finding life for her love’s sake fail,
Being fain to see her, he bade set sail,
Touched land, and saw her as life grew cold,
And praised God, seeing; and so died he.
Died, praising God for his gift and grace:
For she bowed down to him weeping, and said
“Live”; and her tears were shed on his face
Or ever the life in his face was shed.
The sharp tears fell through her hair, and stung
Once, and her close lips touched him and clung
Once, and grew one with his lips for a space;
And so drew back, and the man was dead.
 

Προηγούμενο απόσπασμα

«Οτιδήποτε λειτουργεί στη φύση είναι υποταγμένο στη λογική της, μια λογική εντελώς διαφορετική από τη λογική του ανθρώπου. Η λογική της συνδέει ενοποιώντας, η λογική του ανθρώπου συνδέει διαχωρίζοντας. Ο άνθρωπος θεωρεί τον εαυτό του σαν μια μονάδα ανεξάρτητη από τη φύση, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα κύτταρο της που οι λειτουργίες του καθορίζονται από αναρίθμητους παράγοντες άγνωστους στη μερική αντίληψη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αδυνατεί να αποδεχθεί ότι γεννήθηκε και δεν αυτογεννήθηκε, όπως έπλασε συχνά στη φαντασία του για να ικανοποιήσει τον αυτάρεσκο εγωισμό του», σκεφτόταν ο Α.

Αυτήν έψαχνε, το ζωντανό μανδύα της φύσης, τη μυστική ιέρεια που θα τον οδηγούσε στην κατάφαση, την οποία τόσο διακαώς είχε ανάγκη. Είχε λησμονήσει για χάρη της ακόμη και το όνομα του. Θυμόταν μόνο το αρχικό του γράμμα, Μ, ένα γράμμα στη μέση περίπου του αλφαβήτου, που ίσως οριοθετούσε το μέτρο και τη μέση οδό, το ‘παν μέτρον άριστον’ των Ελλήνων ή την οκταπλή ατραπό του Βούδα. Εκείνος όμως ένιωθε ότι βρισκόταν στην αρχή, κι ήθελε να παραμείνει πάντα εκεί, όχι μόνο τότε, αλλά πάντα. «Όποιος ξεμακραίνει από την αρχή χάνεται», σκέφτηκε. «Η αρχή είναι η πραγματική ευτυχία, ο παράδεισος που είχαμε και τον απωλέσαμε χωρίς να φταίμε. Όλη μας η πορεία έχει τον χαρακτήρα της επιστροφής, με μοναδικό εργαλείο την ανάμνηση».

Κι έτσι διάλεξε το Α σαν όνομα του, το ελληνικό άλφα, το φοινικικό άλεφ, την αρχή της γλώσσας, την αρχή του λόγου.

Είχε σκάψει άπειρες σήραγγες στη γη του νου του κι όλες σκοπό είχαν την ανάδειξη του κενού. Με το χώμα τους τροφοδοτούσε τη θάλασσα που σαν αχόρταγη μήτρα ρουφούσε μέσα της την ύλη για να τη γεννήσει νεότερη.

Καθώς βρέθηκε μπροστά στη Ζωή, συνειδητοποίησε ότι η δύναμη της ήταν η ηρεμία της, βυθίστηκε στα μάτια της και εκσφενδονίστηκε με ορμή περνώντας με ορμή μες απ το φωτοστέφανο της σαν τους ακροβάτες που πηδούν μες από τα πύρινα στεφάνια.

Με τη δύναμη της Ζωής μπήκε στη ζωή των άλλων. Ο Νίκος σκεφτόταν ότι η σχέση του με τη Θάλεια είχε πάψει από καιρό να έχει ερωτική δυναμική. Πιεζόταν κοντά της αλλά δεν έβρισκε το θάρρος να της το πει.

Η Θάλεια ήταν θλιμμένη καθώς έβλεπε τον Νίκο να μην ενδιαφέρεται πια για αυτήν. Ίσως έπρεπε να ζήσουν για λίγο χωριστά για να δει ο καθένας τους τι ακριβώς αποζητά.

Ο Γιώργος κι ο Δημήτρης, φίλοι από παιδιά, βρέθηκαν στη λεπτότατη κατάσταση, να είναι ερωτευμένοι με την ίδια κοπέλα, τη Λένα, την αδελφή του Νίκου.

Η Λένα αρχικά αισθάνθηκε κολακευμένη, αλλά στη συνέχεια ήρθαν τα δύσκολα, καθώς έπρεπε να επιλέξει και γνώριζε ότι η οποιαδήποτε επιλογή ίσως να έφερνε και το τέλος μιας μακρόχρονης φιλίας. Εξ άλλου δεν ήθελε και να επιλέξει, προτιμούσε μια αύρα ερωτισμού παρά οποιαδήποτε πραγμάτωση.

Δεν τους παρακολουθούσε ο Α, είχε γίνει ο καθένας τους, καθώς η δύναμη της Ζωής τον έκανε σκιά βουτηγμένη σε οποιοδήποτε σώμα και ψυχή επιθυμούσε…

Επόμενο απόσπασμα

amalia1.jpg

Αμαλία αν και δε σε γνώρισα και δεν σου μίλησα όσο ζούσες, σου στέλνω τώρα ένα μεγάλο ευχαριστώ για όσα προσπάθησες και για τους δρόμους που άνοιξες…

[Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.
(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: inf0@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515) Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι «για την Αμαλία»]

ΑΜΑΛΙΑ