Skip navigation

Monthly Archives: Ιουλίου 2007

“Why does the eye see a thing more clearly in dreams than the imagination when awake?”

Leonardo da Vinci 

«Όταν βλέπω κάποιον προικισμένο με τέχνη ή με δώρο πνευματικό, κάποιον που να μπορεί να κάνει ή να πει κάτι καλύτερα απ’ τους άλλους ανθρώπους, αναγκάζομαι να τον ερωτευθώ και δίνομαι πλήρως σ’ αυτόν, ώστε δεν ανήκω πια στον εαυτό μου. Η συντροφιά μαζί του αντί να με ξεκουράζει, να με δυναμώνει, να με γαληνεύει, μου ξεσκίζει τη ψυχή και μου την πετά στους ανέμους με τρόπο που και για μέρες έπειτα, δεν ξέρω σε ποιον κόσμο μέσα κινούμαι.»

Μιχαήλ Άγγελος

Η ζωή περιέχει μέσα της την αυτοαναίρεση. Η ζωή είναι μέρος ενός κόσμου με όρια, ο οποίος δεν μπορεί παρά να αυτοτροφοδοτείται από τα υλικά του, τα οποία συνεχώς μεταβαίνουν από τη ζωή στο θάνατο κι από κει πάλι στη ζωή κτλ.
Κι η ευτυχία περιέχει μέσα της την αυτοαναίρεση. Δεν είναι το τίμημα των πράξεων μας, ούτε η τιμωρία ενός εκδικητικού θεού. Είναι απλά η φύση των πραγμάτων.

η ακόρεστη αναμονή

εν μέσω τριήρεων,

η κατολίσθηση

των μισογκρεμισμένων ήδη οίκων του θεού,

και οι πολυάριθμες δηλώσεις υποταγής

δεν έκαμψαν την εμπιστοσύνη της

στο φρικιαστικό τέλος

στην έλευση των νικέλινων βασανιστηρίων

του απόρθητου μίσους

και των κολοβών αναμνήσεων

 

μετέτρεψε το κεφάλι της

σε μεταλλικό κλωβό,

όπου τοποθέτησε το αιδοίο της

ως λάφυρο προσκύνησης

ανεκλάλητων εραστών

 

ήταν έτοιμη

να δεχτεί τα πάντα μέσα της

ως αντίδωρο

της μουσκεμένης ύπαρξης

των νεκρών απογόνων της

 

έλυσε τα μαλλιά της

τα ανέμισε σαν ασπίδα

κι απόδιωξε όλα τα έντομα της εκδίκησης

 η εκδίκηση ανήκε μόνο σ’ αυτήν

Εκείνος μιλούσε για μυστηριώδη έλξη μεταξύ ψυχών που αναγνώρισε η μια την άλλη, φαινομενικά μες στο χρόνο, αλλά ουσιαστικά εκτός χρόνου. Αυτό το ονόμασε πνευματικό έρωτα. Κι έλεγε μάλιστα ότι και το σώμα ακολουθεί αυτή την έλξη με το δικό του βίαιο τρόπο.
Εκείνη μιλούσε για τρομακτική καύλα, πως δεν άντεχε στιγμή χωρίς τον πούτσο του, πως βασανιζόταν όσο αυτός δεν την έχυνε.
Η φύση την είχε άμεση ανάγκη εκείνη, και κάθε εκείνη. Όσο για ‘κείνον, και κάθε εκείνο, τον έστειλε να διδάσκει φιλοσοφία των Μαθηματικών στους Λάπωνες.

«Ο έρωτας είναι μια μεγάλη αρρώστια» Ταρκόφσκι.
«Έρωτας είναι ο αγώνας δυο ανθρώπων ανικανοποίητων μες στο κόσμο να διευρύνουν ολοένα το χάσμα μεταξύ προσδοκίας και πραγματικότητας με σκοπό να νοιώθουν σε όλο και μεγαλύτερη ένταση τις στιγμές της εκπλήρωσης. Οι ερωτευμένοι είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί κι η ηδονή τους είναι η μανιασμένη ακύρωση της αδυσώπητης σύγκρουσης»

«Τέχνη είναι ό,τι δρα επωφελώς στην ανθρώπινη ψυχή» Καντίνσκι
«Τέχνη είναι το υποκατάστατο του έρωτα, η κόσμια εκδοχή της απερίσκεπτης μανίας του»

μια δίνη αμέριστων υπεκφυγών

αποσπασμένη μέσα στο νικέλινο βάραθρο

οριοθετημένη από ευλαβή πτηνά

όπου μέσα της διαλύονται ενστικτωδώς

ανεκπλήρωτες επιθυμίες

θρυμματισμένες σε προδιηθημένα αρώματα

 

εύλογα αλλά όχι κατ’ ανάγκη πραγματικά

[στην έκρηξη τα μέσα γίνονται έξω]

 

εσύ με τα μάτια ορθάνοιχτα

υποκαθιστάς το αιδοίο της φύσης

καθώς με μια ήσυχη βία

γαληνεύεις τις όποιες ταραχές

στα όποια κρανία

επιχειρηματολογούν για να ξαναζήσουν

 

πραγματικά αλλά όχι κατ’ ανάγκη εφικτά

[στα εσώτερα των σκελετών δεν βρέχει συχνά]

 

εσύ κινώντας τα πόδια σου

με ορθοτεμνικές τροχαλίες

ρυθμίζεις τις θέσεις των άστρων

και την εικονική φωταύγεια

των σκοτεινών τους προθέσεων

 

εφικτά αλλά όχι κατ’ ανάγκη ευοίωνα

[ας υποκριθούμε τουλάχιστον ότι δεν έχουμε υποτελείς]

 

Προηγούμενο απόσπασμα

Το μόνο στοιχείο που του θύμιζε το συμβάν με τη Ζωή ήταν αυτό το υπέροχο δαχτυλίδι που του είχε δωρίσει, ένα δαχτυλίδι χωρίς την παραμικρή πρόσμιξη, με μια φράση χαραγμένη, ‘ΟΙΝΑΙ’. Υπήρχε όμως και το αέρινο φιλί της στο στόμα του που άφηνε πάνω του όλη τη δύναμη της θηλυκής ουσίας, από τη μανιώδη σεξουαλικότητα μέχρι την απεριόριστη γονιμότητα. Ευτυχώς που υπήρχαν αυτά, αλλιώς πολύ γρήγορα θα θεωρούσε τη συνάντηση αυτή ως ένα ευγενή πόθο του που εκτυλίχθηκε στη φαντασία του. Τώρα όμως δεν είχε καμιά αμφιβολία. Επρόκειτο για τη μυστική ιέρεια που θα τον οδηγούσε στην αρχή των πραγμάτων, εκεί όπου το ηράκλειο δίλημμα της αρετής και της κακίας δεν είχε ακόμη γεννηθεί μες στο νου.

Κι ενώ όλ’ αυτά εκτυλίσσονταν μες στην αγκαλιά του Μορφέα, ακούστηκε το μοτίβο της 40ής Συμφωνίας του Μότσαρτ στο κινητό του. Είδε στην οθόνη το όνομα της Δέσποινας.

«Δέσποινα;»

«Έλα Μέμνονα, καλά πού χάθηκες; Είμαστε στο Θησείο με την Ελένη και σε θυμηθήκαμε. Σε λίγο θα ρθει κι η Ζωή»

«Δέσποινα, πόσο χαίρομαι που σ’ ακούω. Πόσο καλά έκανες που πήρες… Πω, πω, τι βύθισμα ήταν αυτό. Σαν να κοιμάμαι χρόνια. Θεέ μου αυτό δεν ήταν όνειρο, ήταν μια παράλληλη ζωή. Και μια και είπα ζωή, ποια είναι η Ζωή που ανέφερες πριν;»

«Μια φίλη της Ελένης, λίγο ονειροπαρμένο ούφο, αλλά πολύ καλή κοπέλα. Λοιπόν τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Θα ρθεις επιτόπου;»«Ναι, ντύνομαι κι έρχομαι. Έχω πολύ ανάγκη να δω κόσμο μετά απ’ αυτό το περίεργο ταξίδι μου. Τα λέμε. Γεια»«Άντε και γρήγορα. Γεια»

«Καλά τι περίεργο όνειρο ήταν αυτό», σκέφτηκε, «θα κάτσω μια στιγμή να γράψω τα βασικά, μη τα ξεχάσω. Δεν έχω δει πιο ολοκληρωμένη μορφή… η θεά Φύση σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Κι όλη η αίσθηση που μου έχει αφήσει είναι πέρα για πέρα αληθινή. Αυτό που νοιώθω, όσο αφελές κι αν ακούγεται, είναι ότι κάτι έχει αλλάξει πια στη ζωή μου. Κι ότι θα βρω την άκρη, όσο δύσκολο έως αδύνατο κι αν είναι αυτό».

Αφού κατέγραψε όπως όπως τα κυριότερα σημεία έφυγε για το Θησείο. Στη διαδρομή σκεφτόταν τη μορφή της Ζωής και το απίστευτο χάρισμα που του είχε δώσει σ’ όλη τη διάρκεια του ονείρου. Μακάρι να διέθετε αυτό το χάρισμα και στο ξύπνιο του. Σκέφτηκε πως αυτά που ένοιωσε για τους φίλους του μπορεί να είχαν και σπέρματα αλήθειας. Αυτή η υποτιθέμενη βαρεμάρα του Νίκου ήταν πλέον συμβατή με κάποιες εκφάνσεις της συμπεριφοράς του, που πριν δεν μπορούσε να ερμηνεύσει κι η Λένα με το Γιώργο και το Δημήτρη, θα μπορούσαν όντως να είναι ένα εν δυνάμει τρίο. Όσο για τον ίδιο, τον άνθρωπο που είχε ξεχάσει το όνομα του, τέτοιο φιλί δεν είχε ξαναγευθεί και τέτοιο δαχτυλίδι δεν είχε ξαναδεί. Κι η φράση πάνω του, αυτός ο συνδυασμός του Διόνυσου με το ‘είναι’ ταίριαζε απόλυτα με την προαιώνια θεά που του το δώρισε, τη θεά που απ’ τη μια μεριά ρίζωνε στα βάθη της γης, κι απ’ την άλλη άγγιζε τ’ αστέρια τ’ ουρανού.