Skip navigation

Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2007

καθώς δονούνται

και χτυπούν

τα φύλλα

ανάμεσα στα δικά μας φύλα

ενώ πριν δεν υπήρχαν

και οι καρδιές

παύουν να είναι ανθρώπινες

(ξύλινο μετάξι

που καλύπτει

την αλυσίδα)

εγώ

το ομολογώ

χάνω την όποια μου ισορροπία

και τα κομμάτια μου

συνεννοούνται

να υποκρίνονται

έναν εαυτό

που δεν υπάρχει

(ριζική επίθεση εντός μου)

οι λέξεις αποκτούν αυτονομία

και ελπίζουν

αλλά η γλώσσα

τις διασχίζει

με βελόνες

(από πυρίμαχα υλικά)

όσο

εσύ

με υφαρπάζεις

klimt1.jpg 

 

Κανείς δεν τολμούσε να διανοηθεί να παραβιάσει τον νόμο του τέλους. Ο Ρογήρος καθώς ήξερε ότι του απέμεναν λίγες μόνο ακόμη μέρες, ανέτρεξε στο παρελθόν, επιχειρώντας μια ανασκόπηση της ζωής του.

Και θυμήθηκε τότε εκείνη τη  Τρίτη στο “lend me your eyes”, τη live εμφάνιση των Dreuzen Huffman. Μήπως επρόκειτο για την κορυφαία μέρα της ζωής του; Οι νότες των κομματιών τους κινούσαν τις φλέβες του, αποσπώντας τις από το καθαυτό έργο τους.

Δίπλα του τρεις κοπέλες, η μια γελούσε ακατάπαυστα, η δεύτερη έδινε φιλιά στον αέρα κι η τρίτη εξέπνεε δακτυλίους καπνού, τους οποίους μόλις φυσούσε ο Ρογήρος γίνονταν ένα πελώριο κρεβάτι με ζωντανά σκαλίσματα εραστών ορκισμένων στην αγαμία, αέναα αυνανιζόμενων, των οποίων το σπέρμα γινόταν πάχνη που επικάθητο πάνω στις λεπτές αζαλέες στον κήπο της Ερμιόνης, στη Δυτική Νορμανδία, ένα κήπο σχεδιασμένο από ένα έμπορο χαλιών, οι άκρες των οποίων θύμιζαν τα κοτσιδάκια της Μαριλίν, της ερωμένης του Ρισελιέ, τον οποίο πεοθήλασε δεκάκις τη νύχτα πριν την τελική του επίθεση στη Λαροσέλ κατά της Μαρίας των Μεδίκων.

Ο Ρογήρος ήταν σχεδόν είκοσι. Το τέλος του ήταν ακόμη πολύ μακριά. Ένοιωθε ακόμη νικητής, ήρωας, επικεφαλής ενός στρατού εαυτών, ο καθένας από τους οποίους είχε μια μοναδική ικανότητα. Ρίσκαρε τα πάντα. Βυθιζόταν στις ουσίες χωρίς να κατατρύχεται από αυτές. Έπλεε στην αιθυλική αλκοόλη, σαν σε αφρόλουτρο από δυσανάγνωστα γράμματα.

Εκείνη τη μέρα μπήκε στο “lend me your eyes” μια κοπέλα με μακριά σπαστά μαλλιά. Τόσο πολύ την εντυπωσίασαν τα μαλλιά της που δεν πρόσεξε το πρόσωπο της, ούτε τα μάτια της που τον καλούσαν. Κάθισε στο διπλανό τραπέζι και παρήγγειλε ένα τζιν. Η κίνηση των ποδιών της ήταν πολύ νευρική. Όχι δεν ήταν νευρική, ήταν απλά ρυθμική. Ταυτόχρονα σφύριζε το “crazy dolls are dull”. Πάνω στο ρεφρέν, μετά από ένα τίναγμα που διαπέρασε όλο το κορμί της σωριάστηκε κάτω. Εκείνος έτρεξε να τη βοηθήσει. Ήταν όμως πολύ σκοτεινά. Δεν μπορούσε να διακρίνει τη μορφή της. Ήταν μόνοι τους σε μια πελώρια αμμουδιά. Τη συνέφερε και την έφερε μέχρι εκεί; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. Στο βάθος του ορίζοντα μια σειρά από κωνικά ρομπότ, βάδιζαν επί της θαλάσσης ως αναγεννημένοι Χριστοί. Τα μισά απ’ αυτά έβγαζαν μια μελωδία σαν χορωδία ευνούχων. Και τα άλλα μισά έψαχναν το κύριο μέρος: 

sunshine in the street /

of my yellow awe /

and the mothers of my owl /

kill each other /

in my wealthy bowl 

Σκέφτηκε τότε να τη φιλήσει. Πότε άλλοτε θα έβρισκε μια τόσο ρομαντική ατμόσφαιρα; Αλλά πώς θα τολμούσε κάτι τέτοιο εφόσον δεν είχε καταφέρει ακόμη να δει το πρόσωπο της; Το δίλημμα του σταμάτησε να τον απασχολεί γιατί εκείνη σηκώθηκε έξαφνα και χάθηκε μες στη θάλασσα.

Ο Ρογήρος έτρεξε ξοπίσω της παλεύοντας με τα κύματα, ώσπου χώθηκε μες στον στίχο:

 Liquid nightmare /

Forky love of my soul

του “Besides”, που τραγουδούσαν οι Dreuzen,

κουνώντας ρυθμικά το κορμί του.

Οι τρεις κοπέλες δίπλα του ήταν αποχαυνωμένες από το μαύρο. Εκείνος βλέπει τα πόδια του να γίνονται δυο φλόγες που ενώθηκαν στο κορμί του σε μια φλόγα που καταβρόχθιζε το κεφάλι του.

Και τότε άρχισε να νοιώθει τις σκέψεις του να διαλύονται, τη θλίψη του να παρέρχεται, την ύπαρξη του να σβήνει και να ξεμακραίνει, παίρνοντας μαζί της τις μελλοντικές του έννοιες. Δεν θα έφτανε ποτέ τα 25, όπως καθόριζε ρητά ο νόμος. Ο κάθε πολίτης αυτής της χώρας πέθαινε μέσα στο πρώτο λεπτό του 26ου έτους του, μέσω ενός αποχαυνωτικού δηλητηρίου, βασισμένου στο υδροκυάνιο, το lsd και τη μορφίνη, που διαχεόταν με εκπληκτική ταχύτητα μέσα στα αιμοφόρα αγγεία του, με την ενεργοποίηση ενός τσιπ που περιείχε την ακριβή ημερομηνία και ώρα της γέννησης του και εισαγόταν στην ίδια την καρδιά. Οποιαδήποτε απόπειρα επέμβασης πάνω του κατέστρεφε την καρδιά και επέφερε ακόμη πιο πρόωρα τον θάνατο.  Εκείνος όμως θα πέθαινε πολύ πιο πριν, πάνω στον κολοφώνα της δόξας του, επικεφαλής όλων των εαυτών του, γελοιοποιώντας το θάνατο που ήλπιζε ότι θα τον νικήσει.

 

Copyright by Markos-the-Gnostic

1438 μ. Χ. Λίγο μετά το πέρας της συνόδου στη Φερράρα και μετά τη Φλωρεντία για την ένωση των εκκλησιών και την ύστατη απόπειρα βοήθειας στην κινδυνεύουσα βασιλεύουσα. Ο Αργυρόπουλος, σκεπτικός αλλά ρεαλιστής, βλέπει το τέλος να είναι πολύ κοντά. Ο Τραπεζούντιος, πάντα ουτοπιστής, σχεδιάζει ήδη τις μετέπειτα δράσεις του για τον προσηλυτισμό του Μωάμεθ. Ο Βησσαρίωνας, πιστός φίλος του Πάπα, νοιώθει ώρα με την ώρα όλο και πιο καθολικός. Κι ο Πλήθων σιγουρεύεται πια ότι το μόνο κομμάτι που υπάρχει μια ελπίδα να παραμείνει αδούλωτο από την Οθωμανική λαίλαπα είναι ο Μυστράς. Επιταχύνει γι αυτό όλο και περισσότερο τη συγγραφή του νομικού καθεστώτος της Νέας Πολιτείας. Δεν επιδιώκει την επαναφορά την επαναφορά των αρχαίων θεών ως ένα απλοϊκό γραφικό πισωγύρισμα αλλά ως τη μυθολογική υποστήριξη της πολιτικής δομής που προτείνει, μιας δομής που λαμβάνει σοβαρά υπόψη τα τεκταινόμενα στη γειτονική Ιταλία. Νοηματοδοτεί τη ζωή μέσα από μια δίκαιη κοινωνική οργάνωση και μια απελευθερωτική προσέγγιση του θείου, γινόμενος έτσι προπομπός τρεις αιώνες πριν της εποχής των Φώτων.

Η Ραφαέλα, υπηρέτρια του Βησσαρίωνα, σηματοδοτεί τη ζωή μέσα από ένα ολότελα διαφορετικό δρόμο. Πέρα από κοινωνικές ουτοπίες και φιλοσοφικές ενδοσκοπήσεις, ακολουθεί τον σύγχρονο Επικούρειο της Νάπολης, τον Λορέντσο Βάλα. Αν και γυναίκα, δε νερώνει στο παραμικρό το κρασί της, αυτό που ανέβλυζε μές από το σπήλαιο των αισθήσεων της. Λάτρις της Υπατίας, μελετά κι αυτή μαθηματικούς γρίφους μόνο και μόνο για την ηδονή της επίλυσης, χωρίς να εντάσσει τα μαθηματικά αντικείμενα στον κόσμο των αυθύπαρκτων πλατωνικών ιδεών. Άλλωστε αντιπαθεί ριζικά τον Πλάτωνα. Τον θεωρεί διαστροφέα των Σωκρατικών ιδεών της χαράς και της απόλαυσης, τις οποίες εφάρμοσε, κατά τη γνώμη της, στην εντέλεια ο γαληνιότερος των φιλοσόφων, ο οργανωτής του Κήπου. Λάτρις και της Μαρίας της Αιγυπτίας, την οποία όμως κατέκρινε τρομερά για την οικτρή της μεταστροφή, που από πανηδονίστρια έγινε τρελή για τη δόξα ενός θεού, που η μόνη του επιδίωξη ήταν η θλίψη, ο πόνος και τα βάσανα του ανθρώπου. Απολάμβανε να διηγείται τις ιστορίες της πρώτης φάσης της ζωής της Μαρίας, τότε που καβαλικευόταν ασύστολα και ρούφαγε τα υγρά των αμέτρητων εραστών της.

Η Ραφαέλα ήταν γνήσια Επικούρεια, όχι μια χοντροκομμένη σαρκική ηδονίστρια τύπου Αρίστιππου. Δημιουργούσε ένα περιβάλλον καλαίσθητο και αρμόζον για τις αισθησιακές περιπτύξεις που προετοίμαζε με θρησκευτική ευλάβεια. Μυρωδικά απ’ τις Μολούκες Νήσους, άρτι αφιχθέντα επί το έργον. Πίνακες λαϊκών ζωγράφων που αναπαριστούσαν πιθήκους που εισχωρούσαν στους κόλπους ερεθισμένων κοριτσιών στις φοινικόγεμες αμμουδιές της Τυνησίας. Γλυπτά ηδονικά ζευγάρια θεοτήτων που αγκαλιάζονταν με τέτοια μανία που έτρεμε συθέμελα η πλάση, την οποία υποτίθεται ότι συντηρούσαν. Βενετσιάνες κόρες, αποθανατισμένες από ένα επιστήθιο φίλο του ντα Μεσίνα, γεύονταν το ανορθωμένο πέος του Μαυριτανού δούλου, που είχε αγοράσει ο πατέρας τους από τα παζάρια της Αλεξάνδρειας. Μια Φλωρεντίνα, που διάβαζε τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου, πεσμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι με προτεταμένα τα οπίσθια της, έτσι ώστε να τονίζεται το ερεθισμένο κατακόκκινο αιδοίο της, απ το οποίο έτρεχαν οι ακόρεστοι χυμοί της, όπως την είδε ένας βοηθός του Περουτζίνο.

Μόλις έφευγε για τις περιοδείες του ο Βησσαρίωνας, όπου προσπαθούσε την ύστατη στιγμή να βρει συμμάχους και να αποσοβήσει την πτώση της Κωνσταντινούπολης, έβγαζε η Ραφαέλα από το σεντούκι της τους πίνακες, τα γλυπτά και τα μυρωδικά, όλα δώρα των αριστοκρατών εραστών της και έπλαθε μια ατμόσφαιρα μεθυστική για την υποδοχή του αγαπημένου της. Η Λούκιος ήταν μακρινός της ξαδέλφος και είχαν μεγαλώσει μαζί από μικροί. Η σειρά των πράξεων, αν και προκαθορισμένη, ήταν πάντοτε το ίδιο διεγερτική, ίσως για αυτό μάλιστα, επειδή ήξεραν τι να περιμένουν. Την οδηγούσε στο μπάνιο, την καθάριζε χαϊδεύοντας την σ’ όλο της το σώμα, την χτένιζε, και στο τέλος τη φιλούσε με ένα φιλί που γλιστρούσε απαλά από το κάθε σημείο της στο γειτονικό της, χωρίς να λήγει ποτέ, πριν τελειώσουν κι οι δυο τους μέσα σε ένα αίσθημα απόλυτης μακαριότητας. Και τη στιγμή που έχυναν, οι κραυγές τους συνόδευαν απόλυτα ταιριαστά το λαούτο που έπαιζε η Βερενίκη, μια συνάδελφος της Ραφαέλας, που τη λάτρευε από κάθε άποψη. Και μετά έτρεχε να χωθεί κι αυτή γυμνή ανάμεσα στους δυο εραστές, γευόμενη έναν απόηχο που έσβηνε πολύ αργά, κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης νύχτας.

Όλα αυτά τα διαλείμματα της εκκωφαντικής παραφοράς έληξαν με την ανακήρυξη του Βησσαρίωνα ως καρδινάλιου και την μετάβαση του σε μια έπαυλη με νέο υπηρετικό προσωπικό.

Η Ραφαέλα παντρεύτηκε ένα φίλο του Βάλα, καθώς οι εξτρεμιστικές του ιδέες ήταν πιο διεγερτικές από την απλοϊκότητα του Λούκιου κι έμεινε πιστή σ αυτόν μέχρι το τέλος της ζωής του. Στη συνέχεια έγραψε σε έμμετρο λόγο και ζωγράφισε τις εμπειρίες της. Κι έτσι στάλα στάλα μεταδόθηκαν μέσω της Βερενίκης στους επιγενόμενους, μέχρι τις μέρες μας. Κι όποιος κατέχει αυτό το μοναδικό χειρόγραφο με τις λειτουργικότατες μικρογραφίες του, διαθέτει το ισχυρότερο αφροδισιακό, τόσο σαρκικό όσο και πνευματικό.

 

Copyright by Markos the Gnostic

Μόλις είχαν χωρίσει. Εκείνος δανείστηκε μια ρητορική κάμερα και στράφηκε προς τη δαιδαλώδη πλαγιά. Ήξερε ότι η ζωή του είχε αλλάξει προς το αρτιότερο. Υπαινίχθηκε στον εαυτό του φαινομενικές επισημάνσεις περί των φόβων, των εγωισμών και των πλήξεων και έκανε ένα μακροβούτι πάνω από την κορυφή του λόφου. Καθώς ανυψωνόταν ερυθρίασε κάτω από το βλέμμα των παχουλών αγγέλων. Δυο απ’ αυτούς μάλιστα, σαφώς θηλυκοί, τον φίλησαν στο στόμα, αφού μείωσαν για μια στιγμή την ταχύτητα της πτήσης τους. Ήξερε ότι η ζωή του είχε τελειώσει. Ίσως μάλιστα να μην είχε καν αρχίσει. Τα είχε προκαλέσει όλα η δυστροπία του χαρακτήρα του. Η γυναίκα που μέχρι εκείνη τη στιγμή μοιραζόταν την κλίνη του άρχισε να διαμοιράζει τα ιμάτια της κι έτσι γυμνή – ολόγυμνη- δινόταν μόνο σε όσους την απωθούσαν. Το θεώρησε χρέος προς τη μνήμη των όσων δεν ευτύχησαν, των όσων δεν ένοιωσαν ανταπόκριση στη ζωή αυτή αλλά και την προηγούμενη [γιατί επόμενη φυσικά δεν υπήρχε]. Ήξερε ότι η ζωή του είχε μπει σε μια αρνητική ή ακόμη και φανταστική διάσταση με τη μαθηματική έννοια των όρων. Τα καφετιά περήφανα άλογα γύρω του δεν είχαν να προσθέσουν τίποτα στη μηδαμινότητα του νοήματος της ζωής του. Το νόημα που είχε βρει πριν 110 μέρες είχε εξαερωθεί και ανακατευόταν με μα μεθυστική μυρωδιά από παπαρούνες. Η γυναίκα που μέχρι εκείνη τη στιγμή μοιραζόταν την κλίνη του ξάπλωσε μόνη της στη μέση της ασφάλτου και το αιδοίο της φαινόταν σαν καταπακτή αποχρωματισμένων αυτοκινήτων. Η νυσταλέα οδύνη που απέπεμπε η ματιά του φασκιώθηκε και έγινε μωρό για να ζητιανεύει στις πύλες των κάστρων. Τα σύννεφα έπαψαν να είναι πια ροδαλά, από τη στιγμή που άρχισαν να εξομολογούνται τον πόθο τους για τις λεηλασίες των απροστάτευτων. Η γυναίκα που μέχρι εκείνη τη στιγμή μοιραζόταν την κλίνη του τοποθέτησε ευλαβικά το κεφάλι της στο άνοιγμα των πόθων της κι εκείνο γλίστρησε με ορμή μέσα στο άνοιγμα κάτω από μια χορωδία στριγκλιών. Ήταν ωραιότερη χωρίς κεφάλι. Τώρα πια μπορούσε να ερωτευθεί. Η άνοδος του σταμάτησε και μετατράπηκε σε μια αχαλίνωτη πτώση. Η ταχύτητα του τρόμαξε τους αγγέλους και τους έκανε να ζητήσουν απ’ το θεό διακοπή των καθηκόντων τους. Ο θεός – που δεν υπήρχε – ρουθούνισε με ορμή στα νύχια των ποδιών τους και τους διόρισε τριαντάφυλλα στην αυλή της μεγάλης θέας, απ’ όπου κυάλια δεμένα σε πελώρια εκκρεμή παρατηρούσαν τις ερωτικές ζήλειες των ανθρώπων και τις μεγέθυναν μέχρι την τελική καταστροφή τους. Η γυναίκα που μέχρι εκείνη τη στιγμή μοιραζόταν την κλίνη του τον ερωτεύτηκε κι έγινε όλη ένα αιδοίο από μέλι. Κι εκείνος έπεσε μέσα της κι έγινε το εσωτερικό της και δεν βγήκε ποτέ από κει. Τα κυάλια δεν είχαν καμιά επίδραση πάνω τους. Ήταν κολλημένοι ο ένας στον άλλον, κυριολεκτικά κολλημένοι…

Προηγούμενο μέρος

Ο Σπύρος ήταν ο ‘τρελός’ της παρέας, με την έννοια μάλλον του τρελού του ταρό. Πρωτοπόρος, χωρίς πολλά λόγια αλλά με καίριες και απρόσμενες πράξεις. Ήταν ο μόνος που δεν είχε ποτέ εκδηλώσει την παραμικρή φιλοδοξία για κάποιον κλάδο σπουδών ή μια συμβατική επαγγελματική απασχόληση. Είχε φύγει ξαφνικά για την Ινδία, ανακοινώνοντας το απλά το προηγούμενο βράδυ και είχε μείνει εκεί επί ένα περίπου χρόνο, δίνοντας το στίγμα του περίπου κάθε δυο μήνες μέσω email. Κι ενώ όλοι περίμεναν με ανυπομονησία να τον δουν και να ακούσουν από το στόμα του τα όσα είχε περάσει, εκείνος τους αγκάλιασε, τους φίλησε, και τους είπε ένα απογοητευτικό «τίποτα το ιδιαίτερο, όπως παντού και εκεί». Κι όταν τον ρώτησαν γιατί κάθησε τόσο καιρό, τους απάντησε ότι δεν είχε κανένα ιδιαίτερο λόγο να επιστρέψει. Άλλωστε – επιτέλους κάτι σημαντικό έμαθαν – εκεί είχε συναντήσει τη γυναίκα της ζωής του.

Η Ελεονόρα, μαθηματικός, βοηθούσε εκεί σε ένα άσραμ, και με το που είδε τον Σπύρο κόλλησαν για τα καλά. Ψηλή, λεπτή σχεδόν ξερακιανή, με ένα βλέμμα απόσυρσης και ένα γλυκό πολύ γλυκό χαμόγελο, έγινε αμέσως αποδεκτή απ τη παρέα, γιατί, αν και λιγομίλητη, όποτε μιλούσε, ό,τι έλεγε ήταν πολύ ζεστό και μεστό και έκλεινε μέσα του πραγματικό ενδιαφέρον και αγάπη.

Η Φωτεινή ήταν παιδική φίλη της Ελεονόρας. Είχε ένα πρόβλημα στην ομιλία, αλλά αυτό δεν της στερούσε τίποτα από μια τρομερή θηλυκότητα, γεγονός που πάντα την έκανε επίκεντρο της προσοχής των αγοριών. Ο Στέλιος ήταν ο μόνιμος πολιορκητής της ή φίλος της ή γκόμενος της ή όλ’ αυτά μαζί, αλλά ποτέ δεν ήταν απόλυτα σαφές τι ακριβώς έπαιζε σ’ αυτή τη σχέση.

Ο Μέμνονας βιαζόταν γιατί είχε ραντεβού με τον Νικήτα. Βρέθηκαν σε ένα μπαράκι στα Κάτω Πετράλωνα. Ο Νικήτας άκουγε καλύτερα απ’ όλους. Συνήθως δεν έκρινε αυτά που άκουγε παρά μόνο αν του το ζητούσε ο άλλος, αλλά ακόμη και τότε η κρίση του ήταν μάλλον ένας χρησμός που ερμηνευόταν από τον συνομιλητή του κατά το δοκούν.

«Νικήτα, φοβάμαι. Αυτή η κοπέλα μπορεί να είναι σταθμός για μένα αλλά μπορεί και να με διαλύσει ολοσχερώς»

«Καλό αυτό»

«Ποιο δηλαδή;»

«Να σε ανεβάσει ή να σε διαλύσει. Και τα δυο είναι δημιουργικά σε τελική ανάλυση. Εγώ απεχθάνομαι τη στασιμότητα. Αλλά δεν είναι λίγο νωρίς να κρίνεις την όλη φάση».

«Το λες επειδή δεν την είδες και δεν την άκουσες τι μου έλεγε και με τι βλέμμα, γι αυτό… Θα με βρει μου είπε, άκου θα με βρει…»

«Πολύ απλό, αφού είναι φίλη της Ελένης».Και καθώς άρχισε να του διηγείται την σύμπτωση με το δαχτυλίδι με το χρυσό κάνθαρο, έστρεψε απότομα το βλέμμα του προς τα πίσω και την είδε καθισμένη στο πίσω τραπεζάκι – ήταν αυτή άραγε; – απορροφημένη να σχεδιάζει ένα περίεργο σχήμα.

«Ζωή» της φώναξε.Εκείνη δεν κουνήθηκε.

«Σύνελθε Μέμνο, παντού τη Ζωή βλέπεις».Όταν η κοπέλα σήκωσε το κεφάλι της και έστρεψε το βλέμμα της πάνω του, εκείνος με ιλιγγιώδη ταχύτητα πέρασε μέσα από θάλασσες και ωκεανούς και βρέθηκε και πάλι στο νησάκι του ονείρου του. Ήταν μόνοι τους. Αισθάνθηκε την ανάγκη επιτέλους να της εκμυστηρευτεί τον έρωτα του.