Skip navigation

Monthly Archives: Νοέμβριος 2007

δυνητικά

όλα δυνητικά

σαν τη περιδίνηση των βλεφάρων σου

όταν σκέφτεσαι

σε αργές περιστροφικές κινήσεις

ενώ τα σύννεφα

συνέρχονται και συστέλλονται

και εσύ

μου στρέφεις τα νώτα σου

για να σε αγαπήσω εκ νέου

waterhouse_the_siren.jpg 

Η φωνή της ήταν για μένα μια γραμμή ζωής.  

Ένα χρόνο πριν, σ’ ένα καφέ κοντά στα Ουφίτσι, στη Φλωρεντία, είχα δει μια κοπέλα να κάθεται στο διπλανό τραπέζι και να καπνίζει με νευρικότητα. Κάθε τόσο γυρνούσε από δω κι από κει κοιτάζοντας σαν να θέλει να αποφύγει κάτι τρομακτικό. Και τη στιγμή εκείνη ξεκίνησε μια κατάσταση πολύ δύσκολη να περιγραφεί, η οποία μάλιστα μπορεί πολύ εύκολα να εκληφθεί ως αποκύημα κάποιας νοσηρής φαντασίας.

Μια φωνή άρχισε να επεμβαίνει επίμονα μες στο μυαλό μου, μια γυναικεία φωνή, που μου μιλούσε άλλοτε πειστικά, άλλοτε σεξουαλικά, άλλοτε έντονα κι άλλοτε γοητευτικά αδιάφορα. Ποια ήταν αυτή η κοπέλα δεν έμαθα ποτέ. Το πιο πιθανό είναι ότι δεν είχε καμία σχέση με την κοπέλα του καφέ. Απλώς απέδωσα στη χρονική ταύτιση των δυο γεγονότων μια αιτιοκρατική σχέση, η οποία δεν είχε υπάρξει ποτέ. Ακόμη κι όταν έφυγα απ’ το καφέ και δεν είχα καμιά οπτική επαφή με αυτή τη κοπέλα, η φωνή συνέχιζε επιτακτικά.

‘Το σιωπηλό σώμα’, είχε πει κάποτε ένας φίλος μου, ‘το σώμα που δεν υποδηλώνει με κανένα τρόπο την παρουσία του, είναι ένα σώμα που δεν υπάρχει, είναι ένα πνεύμα.’

Επίσης ο Παράκελσος είχε ασχοληθεί σε μεγάλη έκταση με διάφορα ασώματα όντα,  όντα μεν αλλά ασώματα. Συλφίδες, σαλαμάνδρες, νεράιδες, γοργόνες, ξωτικά και στοιχειά πάσης φύσεως και προελεύσεως. Όντα που προσπαθούν πάση θυσία να γευθούν τη σωματική παρουσία μέσα από την επικοινωνία και την επαφή με τους ανθρώπους και τα ζώα. Ασώματες υπάρξεις μακριά από τον κύκλο της φθοράς και του πόνου, που αγωνιούν να σωματοποιηθούν μόνο και μόνο για να αισθανθούν το βάρος, το χρώμα, τις μελωδίες, τις μυρωδιές και τις γεύσεις.

Η φωνή αυτή με είχε περικυκλώσει για τα καλά. Εμφανιζόταν κατά διαστήματα στις πιο παράξενες ακόμη και στις πιο ακατάλληλες στιγμές, την ώρα που ξυριζόμουν, την ώρα που βυθιζόμουν στον ύπνο, την ώρα του σεξ, την ώρα που φτερνιζόμουν, την ώρα που έκοβα τα νύχια μου, την ώρα που αγωνιζόμουν να βρω θέση για πάρκιν.  

«σε αγαπώ, σε θέλω μέσα μου, πάντα μέσα μου… στον πίνακα της Καταιγίδας, η γυναίκα αυτή είναι εγώ, είμαι εγώ, μια γυναίκα χωρίς ψυχή, που προσπαθώ από τις διάσπαρτες στάλες που πέφτουν απ’ τον ουρανό να ανασυνθέσω μια ύπαρξη του νου, αλλά καταλήγω σε μια ύπαρξη χωρίς ζωή, ένα λόγο χωρίς φθόγγους…  πόσες και πόσες φορές δεν προσπάθησα να του κινήσω το ενδιαφέρον, αλλά αυτός ήταν στραμμένος στα μυστήρια της φύσης, αναζητούσε και έπλαθε αινίγματα, η αριστερόστροφη γραφή του αναπαριστούσε μου έλεγε τη φορά της πρώτης στρόφιγγας του Σύμπαντος, των πρώτων κοσμικών στιγμών που ήταν τότε κι εκείνος παρών ως ενσυνείδητη ύλη, ως πρωταρχικός πόθος, ως διάστικτη ανυπαρξία… με ανάγκασαν να τον παντρευτώ, να υλοποιήσουμε το ιδανικό αλχημικό ζεύγος, να δώσουμε σάρκα και οστά στους μύθους και τις ελπίδες, κι έγινε ακριβώς το αντίθετο, όλα διαψεύστηκαν πολύ γρήγορα κι ο κόσμος βρήκε καταφύγιο στα οχυρωμένα τείχη της λογικής, που είναι ανυπόφορα γιατί ακριβώς είναι απόρθητα… όλοι το κυνήγησαν το παιδί μου, ένα γόνο τρομακτικό μα αξιέραστο, έναν γόνο από τον ίδιο μου τον πατέρα ή τον αδελφό μου ή εκείνο τον άγνωστο στο κήπο ή και από όλους μαζί… με ξέσκισαν σε κομμάτια, με πέταξαν στο Νείλο, με έφαγαν οι κροκόδειλοι, γιατί με φοβόντουσαν, φοβόντουσαν το αιδοίο μου που τους μιλούσε για την προέλευση των ιδεών, των αριθμών και των κόσμων… με αποθέωσαν γιατί επί δέκα χρόνια έζησα στην έρημο μόνο με ένα ξεροκόμματο, αντί να με θαυμάζουν που τους δίδαξα τα μυστικά της ηδονής, δεν ήξεραν όμως πως αυτό το σκελετωμένο τέρας που έβλεπαν να πετά πάνω απ’ τα κεφάλια τους ήταν η προβολή των φόβων τους πάνω μου, η μεταμέλεια που επίμονα ήλπιζαν από μένα, για να αποδείξουν ότι η ηδονή είναι πόνος κι ο μόνος δρόμος είναι η φυγή μακριά από τις εκπλήξεις και τις εντάσεις…

είμαι ο αχόρταγος πόθος για ζωή και για θάνατο… κομματιάζομαι από τις αντιφάσεις αλλά και πλουτίζω απ’ αυτές… ορμάω προς τη ζωή με τη χαρά του παιδιού αλλά και του νεοφώτιστου, αλλά πολύ γρήγορα αφήνομαι στις παλίνδρομες δίνες του θανάτου και νοιώθω σαν μαύρη ύλη, αόρατη τρύπα μες στο σκελετό της καρδιάς του δημιουργού… κυλιέμαι πάνω στους ανθούς των φιλιών του εραστή μου σαν το χρώμα πάνω στον καμβά αδέξιου ζωγράφου, πηχτό πράσινο χρώμα κατακόκκινο… φοβάμαι τα σχήματα γιατί μου θυμίζουν τη τυραννία της ακρίβειας… χωρίζω το σώμα μου στα δυο, το αριστερό το χρωστάω στους αντάρτες με τα ξεδιάντροπα στόματα κι το δεξί το φυλάω για σένα για να το φιλάς με τα κύτταρα των ματιών σου γιατί σου ανήκω… ο ιδρώτας μου είναι θεατής των σηράγγων που ενοχοποιούνται μέσα στο αίμα σου… τα χέρια μου σταμάτησαν ν’ αγγίζουν τους ζυγούς μήνες, δεν πιστεύουν καν στην ύπαρξη τους, ο χρόνος είναι πολύ μικρότερος, τον διαλέγουν…

δεν είμαι εγώ» μ’ αυτή τη παράξενη δράση σταμάτησε αυτή η ακατάπαυστη επίσκεψη αυτού του ασώματου πλάσματος, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μόνο φωνή.

Η έλλειψη που ένοιωθα ήταν χωρίς προηγούμενο στη ζωή μου. Μόνο ένας ερωτευμένος που χάνει απροειδοποίητα την αγαπημένη του, που χάνει κάθε ίχνος απ’ αυτήν, που δεν υπάρχει κανένας τρόπος να επικοινωνήσει μαζί της, ενώ εκείνη έχει κάθε δυνατότητα να το κάνει, μπορεί να κατανοήσει σε ένα βαθμό το βίωμα μου.

Σκέφτηκα να επισκεφτώ και πάλι το μέρος που τη γνώρισα, που την άκουσα εννοώ. Κανόνισα ένα ταξίδι αστραπή στη Φλωρεντία. Επισκέφτηκα το καφέ κοντά στα Ουφίτσι. Και περίμενα εκεί με τις ώρες, από τη στιγμή που άνοιγε μέχρι τη στιγμή που έκλεινε, μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες, χωρίς να συμβεί το παραμικρό, χωρίς να δω καμιά κοπέλα να κοιτά νευρικά γύρω της, χωρίς να ακούσω τη γλυκειά και συνάμα αυθάδικη φωνή που είχα ερωτευτεί. Το επόμενο πρωί έφυγα απογοητευμένος από τη Φλωρεντία, με μια τάση να μη ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου την πρώην λατρευτή μου πόλη.  

Μετά από δυο χρόνια, ενώ καθόμουν στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο για το κέντρο, εμφανίστηκε μια κοπέλα με μακριά καστανόξανθα σπαστά μαλλιά, κάθισε δίπλα μου, έβγαλε ένα βιβλίο από τη τσάντα της και άρχισε να διαβάζει. Η ανεξέλεγκτη τάση μου για λαθρανάγνωση, μου επέβαλε, πέραν των κανόνων της τυπικής ευγένειας, να βουτηχτώ στις φράσεις που χοροπηδούσαν μπρος στα μάτια μου, καθώς εκείνη μετατόπιζε κάθε τόσο τη θέση του βιβλίου.  

«χωρίζω το σώμα μου στα δυο [εκεί έχασα τη συνέχεια], όλα είχαν ξεφύγει από τη φυσική τους θέση, το αιδοίο μου μεταφέρθηκε ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών μου και τα μάτια μου έγιναν ρόγες που καλούσαν ή απωθούσαν όποιον τις ορεγόταν [εκεί πάλι κόπηκα] δεσπόζει παντού στην πόλη η μανία για ανθρώπινο αίμα, αίμα περιόδου παρθένας, παρθένας με κατάλευκο δέρμα, δέρμα φοβισμένο από τις ανεπαίσθητες διαφοροποιήσεις της φωτεινότητας [ξανακόπηκα] αρπάζω την ανυπάκουη μιλιά μου και την τοποθετώ και πάλι στο στόμα μου, στο σώμα μου, το είναι μου» 

Στο σημείο αυτό η λαθρανάγνωση μου σταμάτησε απότομα, αφού εκείνη έκλεισε με κρότο το βιβλίο, καθώς το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά μας για να επιβιβαστούμε. Είχα την αίσθηση ότι κάπως είχε πειραχτεί από την κατά κάποιο τρόπο ανάρμοστη συμπεριφορά μου. Την ακολούθησα στο λεωφορείο, χωρίς να προλάβω να δω αν επρόκειτο για το δικό μου. Το θράσος μου, αλλά και η ανάγκη μου, συνεχίστηκε. Κάθισα στη κενή θέση δίπλα της. Γιατί άραγε; Αυτή η φράση για την ανυπάκουη μιλιά κάτι μου έκανε. Μου ξανάφερε μεμιάς μέσα μου όλη την ιστορία με τη φωνή που με είχε προ διετίας τόσο αναστατώσει.  

Άνοιξε το βιβλίο με μια κλίση που δυσκόλευε κάπως τη ματιά μου. Εγώ, πιο φανερά παρά ποτέ, χώνοντας σχεδόν το κεφάλι μου ανάμεσα στα χέρια της, πρόλαβα να διαβάσω

«ο ιδρώτας μου είναι θεατής των σηράγγων»

Σοκαρίστηκα. Ήμουν σίγουρος ότι δεν με απατούσε η μνήμη μου. Πρέπει να ήταν μια φράση που μου είχε πει η φωνή. Ή μήπως παρελθόν και παρόν είχαν όλα ανακατευτεί ανεπανόρθωτα; Μα ποιο ήταν τέλος πάντων αυτό το βιβλίο; Το βιβλίο, η συγγραφέας του βιβλίου [πόσο αυθόρμητα τη θεώρησα γυναίκα] με ενδιέφερε. Όχι η συγκεκριμένη κοπέλα που το διάβαζε. Θα της το έλεγα ξεκάθαρα. 

«Με συγχωρείς. Δεν θέλω να σε ενοχλήσω άλλο και συγνώμη για την ολοσχερή αδιακρισία μου. Το μόνο που θα ήθελα από σένα είναι να μου πεις το συγγραφέα, τον τίτλο και τον εκδότη αυτού του βιβλίου». 

Παίρνει τότε εκείνη ένα φύλλο χαρτί και γράφει «Κυματισμοί» της Έλεν Βίλμαν, Εκδόσεις «Πρόσωπα».

Η κοπέλα δίπλα μου δεν μπορούσε να μιλήσει. Ήταν κωφάλαλη. Ήταν φανερό. Όταν της μιλούσα χωρίς να με βλέπει δεν έπαιρνε είδηση. Την ευχαρίστησα. Κατέβηκα στο κέντρο και έτρεξα γραμμή στη «Διάστιξη». Ήλπιζα να το βρω.

Ήμουν πολύ άτυχος. Η συγγραφέας τους ήταν άγνωστη. Και το χειρότερο απ’ όλα τέτοιος εκδοτικός οίκος δεν υπήρχε.

Ήμουν και πάλι στο σημείο μηδέν. Προσπαθούσα απεγνωσμένα να αντιληφθώ το πιθανό νόημα που εμπεριείχε το συμβάν του λεωφορείου. Μια γυναίκα μουγκή, ένα σώμα χωρίς φωνή με συνέδεε και πάλι με τη φωνή που αναζητούσα, μια φωνή χωρίς σώμα.

Η εμμονή κι ο εφιάλτης ξανάρχισαν. Μετατόπισα τη δουλειά μου τις βραδινές ώρες κι έκανα επί μέρες το ίδιο δρομολόγιο. Εις μάτην. Η άγνωστη κοπέλα με τους «Κυματισμούς» δεν εμφανίστηκε ξανά.

Σαν κάποιος να έπαιζε μαζί μου. Τη στιγμή που είχα απεξαρτηθεί από τη φωνή, είχε αρχίσει και πάλι το ίδιο μαρτύριο.

Δεν ήξερα από πού να πιάσω και πάλι τον μίτο. Σκέφτηκα ξανά τη φράση με τον ιδρώτα. Είχα ξεχάσει την ακριβή φράση. Υπήρχε μια σύνδεση ανάμεσα στον ιδρώτα και τις σήραγγες.  

Μια νύχτα μετά από καμιά βδομάδα αφυπνίστηκε το ασυνείδητο μου σε ένα πολύ παράξενο όνειρο:

Ήμουν κάτω από μια γέφυρα. Μάλλον σε άλλη εποχή. Και σε έναν ακαθόριστο τόπο. Ήταν μια απ τις γέφυρες του Σηκουάνα; Ή μήπως στον Άρνο, στη Φλωρεντία; Μια λιτανεία περνούσε από μπροστά μου. Επικεφαλής ήταν δυο άντρες, με πολυποίκιλτα ρούχα, και με μια καδένα με μεγάλα μαργαριτάρια στο λαιμό. Με κοίταξαν περίεργα σαν να συμμετείχα αλλά και να μη συμμετείχα στο δρώμενο τους. Πίσω τους ήταν αλυσοδεμένες μια σειρά από γυναίκες. Τους είχαν φορέσει χοντρούς χαλκάδες στο λαιμό, και τις έσερναν σαν ζώα. Είχαν πληγιάσει παντού. Δεν ήμουν σίγουρος ότι ζούσαν όλες. Κάποιες ήταν κατακίτρινες. Γύρισα από την άλλη και έκανα ένα παρατεταμένο εμετό. Με πλησίασε τότε ο ένας απ’ τους δυο επικεφαλής και μου είπε:

«Μη τις λυπάσαι. Μη γελιέσαι. Δεν πρόκειται για ανθρώπους. Είναι ο σατανάς. Τον σατανά βασανίζουμε κι έτσι δοξάζουμε το θεό.»

«Μα αυτές πεθαίνουν. Δεν το βλέπετε;»

«Είσαι πολύ αφελής. Ο σατανάς δεν πεθαίνει ποτέ.»

Μια απ’ τις γυναίκες άφησε μια βαθιά κραυγή και παραιτήθηκε. Ήταν η πιο σοφή κίνηση. Η μόνη λύση. Σε λίγο όλες σχεδόν οι γυναίκες ήταν νεκρές. Έσερναν πτώματα και τους φέρονταν σαν να είναι ζωντανές, σαν υλικό που είχε ακόμη τη δυνατότητα να βασανιστεί. Μόνο μια τους κοίταζε με απέχθεια και με μια διεισδυτικότηκα που είμαι σίγουρος ότι τους έφερνε σε αμηχανία.

«Τη βλέπεις αυτή;» με ρώτησε, και καθώς δεν πήρε καμιά απάντηση συνέχισε. «Έχει χάσει όλους τους χυμούς της και συνεχίζει. Στο είπα. Ο σατανάς δεν πεθαίνει ποτέ. Τη βασάνιζα όλη τη νύχτα. Και μάζεψα τον ιδρώτα της σ’ ένα μπουκαλάκι. Ήθελα να το κρατήσω σαν ενθύμιο. Το νέκταρ του σατανά. Τι λες; Υπάρχει πιο πετυχημένος προσδιορισμός απ’ αυτόν;»

«Γιατί τη βασάνιζες; Τι ήθελες να αποσπάσεις; Κάποια ομολογία ίσως;»

«Ναι, ότι είναι ο σατανάς».

«Και; Δε σου έκανε τη χάρη; Δεν το ομολόγησε;»

«Το ομολόγησε».

«Και τότε γιατί συνέχισες;»

«Γιατί κατάλαβα ότι το έλεγε ψέματα, για να με παραπλανήσει».

«Μα, αν ψευδόταν, όπως μόλις τώρα είπες, αυτό σημαίνει ότι είναι αθώα, ότι δεν είναι ο σατανάς».

«Η αφέλεια σου θα μείνει μνημειώδης. Είναι ο σατανάς που υποκρίνεται τον αθώο που υποκρίνεται ότι είναι ο σατανάς».

Τότε η γυναίκα γυρίζει προς το μέρος του και του λέει:

«ο ιδρώτας μου είναι θεατής των σηράγγων που ενοχοποιούνται μέσα στο αίμα σου»

«Πώς τολμάς να μιλάς έτσι στον λεγάτο του Πάπα;» της φωνάζει ο δήμιος που την έσερνε. Βγάζει το μαχαίρι του και της κόβει βαθιά το λαιμό.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω το βλέμμα της. Συνέχιζε να τον κυττάζει με αυτό το διεισδυτικό πνεύμα, και έμοιαζε ότι θα συνέχιζε για πάντα ως την αιωνιότητα.

Κι ενώ σερνόταν κι αυτή νεκρή σαν τις υπόλοιπες, μια φωνή έφτασε στ’ αυτιά μου:

«Είσαι ο μόνος που με αγάπησε. Σ’ ευχαριστώ. Θα σε θυμάμαι πάντα. Είσαι ο παράδεισος μου».

Ξύπνησα.

«Πρέπει να πέρασες μια πολύ δύσκολη νύχτα»

Κύτταξα γύρω μου. Δεν υπήρχε κανείς. Ναι, ήταν η φωνή.

«Ξαναγύρισες λοιπόν;»

«Ναι, είμαι η Ωγκυστίν και τώρα ξέρεις την ιστορία μου».

«Σ’ αγαπάω πολύ», της είπα. «Σε παρακαλώ μη με αφήσεις ποτέ»

«Από τότε, από κείνη τη στιγμή δεν μπορώ ν’ αφήσω τον κόσμο των ζωντανών. Ένας άνθρωπος τότε μου έδωσε την λαχτάρα να συνεχίζω να ζω και να χαίρομαι αυτό που δεν έζησα με το σώμα μου. Κι ένας άνθρωπος τώρα μου δίνει την ελευθερία να πεθάνω και να εισχωρήσω στη χώρα όπου υπάρχουν μόνο ήχοι και όπου τα σώματα δεν είναι όργανα ηδονής αλλά εμπόδια ευτυχίας».

Η φωνή σταμάτησε για πάντα. Έψαξα τα μεσαιωνικά αρχεία της Τοσκάνης. Και τη βρήκα την Ωγκυστίν ντι Φιρέντσε, την επονομαζόμενη δαιμονική κόμισσα, μια ακόμη γυναίκα που κατηγορήθηκε άδικα για άσκηση της μαγείας, γιατί απλά είχε κόκκινα μαλλιά και θεάθηκε να περπατά μόνη στο δάσος μια νύχτα με πανσέληνο, και να απαγγέλλει ένα ποίημα για τα στοιχειά και τις νεράιδες. 

Copyright by Markos the Gnostic