Skip navigation

Monthly Archives: Ιουλίου 2008

[Μιας φίλης, της γελαστούλας…]

 

Το σκηνικό είναι ένα βαυβαρικό δάσος. Γύρω έλατα ψηλά, σκουροπράσινα. Ο ουρανός μουντός, σκοτεινός. Ένα απομονωμένο ξενοδοχείο. Έχω πάει με δυο φίλες. Φοράμε και οι τρεις ρούχα λευκά, αέρινα φορέματα, αν και δεν ξέρω για ποιο λόγο. Γενικά τα χρώματα του ουρανού και των δέντρων έρχονται σε αντίθεση με την λιτότητα του δωματίου. Λευκά τα πάντα, πολυτελή μεν αλλά λιτά. Ένα μεγάλο κρεβάτι με σιδερένια πλάτη και λευκά σεντόνια δεσπόζει. Καθόμαστε στη βεράντα και κοιτάμε προς τα έξω. Ξαφνικά μια παρέα ανθρώπων (ίσως να είναι παιδιά, ίσως και όχι) περνάει από μπροστά μας. Τους ακολουθούμε, τρέχουμε από πίσω τους, μέσα στα δέντρα. Το χώμα είναι νοτισμένο από τη βροχή και μυρίζει. Το δάσος κλείνει γύρω μας. Κάτι ψάχνουμε, συμμετέχουμε σε ένα ιδιότυπο παιχνίδι θησαυρού. Δεν ξέρω τι ψάχνουμε. Φτάνουμε σε ένα μεγάλο δέντρο. Από τα κλαδιά του κρέμονται κορδέλες κόκκινες που ανεμίζουν κάτω από ένα απαλό αεράκι.


Κάπου εκεί ανάμεσα στα δέντρα συναντάμε Εκείνον. Τον Μεγάλο Έρωτα. Δεν είναι μόνος του, είναι με εκείνη, την άλλη κοπέλα. Εκείνη που επέλεξε, τον δικό του μεγάλο έρωτα. Βρισκόμαστε και πάλι στο δωμάτιο, στη βεράντα. Καθόμαστε και είναι και εκείνοι μαζί μας. Η κοπέλα παραπονιέται ότι την πονάνε τα πόδια της, ότι δεν μπορεί να περπατήσει, ότι έχει μουδιάσει. Αυτός τη σηκώνει και την πάει στο κρεβάτι. Την ακουμπάει, ξαπλώνει δίπλα της, τη χαϊδεύει και τη φιλάει. Εγώ στο μπαλκόνι προσπαθώ να μη κοιτάζω. Στρέφω το κεφάλι μου όταν το παιχνίδι γίνεται πιο ερωτικό. Κάπου μακριά νοιώθω τις κορδέλες να ανεμίζουν ακόμα…

Advertisements

Ένα ακόμη όνειρο. Η συλλογή σιγά-σιγά εμπλουτίζεται (περιμένω και από εσάς…)

 

 

(Gustave Courbet, » L’ origine du Monde», 1866)

 

«

Ήταν εγκλωβισμένος στο σπίτι. Δεν ήταν στο σπίτι του, αλλά δεν είχε και άλλο σπίτι να πάει. Ήταν μόνος του. Η μόνη του συντροφιά ήταν οι σκέψεις του και οι επιθυμίες του. Κάποια τεράστια πορτρέτα γύρω του προσπαθούσαν να τον αποσπάσουν προσδίνοντας μια διάσταση κλασική και παλαιική. Σαν να του μύριζε περίεργα το λάδι των πινάκων. Κι εκείνος ήθελε εκείνη τη στιγμή μια άλλη μυρωδιά και γεύση, ήθελε αλμύρα, μακριά από κάθε έγνοια, και κυρίως μια τρυφερή αφή, η οποία θα μπορούσε να καταλήξει ακόμη και σε ξεδιάντροπη ηδονή. Του ήρθε η παρόρμηση να βγει. Πέρασε στο διπλανό δωμάτιο για να κατευθυνθεί προς την έξοδο. Δεν έβρισκε πουθενά την εξώπορτα, και αντίθετα άρχισε να περιδιαβαίνει σε δεκάδες, και μετά από ώρα, εκατοντάδες δωμάτια, όλα με βλοσυρούς πίνακες που τον επέπλητταν κρυφά ή φανερά.

Ένας μάλιστα από τους πίνακες μετατράπηκε σε επίπεδη τηλεόραση, όπου έπαιζε ένα βίντεο με θέμα την αλχημική λίθο. Κάποιος διάβαζε ένα χειρόγραφο, από ένα απόκρυφο και ουδέποτε δημοσιευμένο εννοείται έργο του Ρογήρου Βάκωνα. «Η λίθος είναι ψυχικό ερμάριο που μόλις τοποθετηθεί στον γαλάζιο σπόνδυλο ξεκινά μια ώσμωση ιόντων στην ιερή περιοχή, μεταξύ δηλαδή των γεννητικών οργάνων και του πρωκτού. Η ώσμωση αυτή αισθητοποιείται ως υπερδιέγερση, και καταλήγει είτε σε απροσμέτρητη μη ελεγχόμενη ορμή για ερωτική συνεύρεση είτε σε μια ρυθμική αναπνοή, όπου το αίμα και ο αέρας συμπλέκονται σε μια μαγική, ούτως ειπείν, λειτουργία, με κύριο χαρακτηριστικό την ευωδία. Η ευωδία αυτή, απείρως υψηλοτέρα του λιβάνου και εντονοτέρα του υακίνθου, είναι το σημείο ότι η αλχημική πράξις επετεύχθη».

Μετά την περιπλάνηση του σε εκατοντάδες ακόμη δωμάτια, πίνακες απλούς και πίνακες – τηλεοράσεις, πρόσεξε την αντανάκλαση φωτός πάνω σε ένα βαρύ πολυποίκιλτο κομοδίνο. Μια ελπίδα διαφάνηκε στα μάτια του. Πράγματι το φως ερχόταν από μια ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Βγήκε στη βεράντα, κι άρχισε να αναπνέει το μεταμεσονύχτιο αεράκι. Ανακουφίστηκε. Χάρηκε γιατί υπήρχε ακόμη το έξω. Και   χωρίς αυτό το έξω από τον εαυτό του δεν είχε την παραμικρή διάθεση να ζήσει άλλο.

Πρέπει να ήταν 3 το πρωί. Το φεγγάρι ήταν στη χάση του λίγες μέρες μετά την πανσέληνο. Πόθησε και πάλι το έξω, το πέραν του εαυτού του, μόνο που τώρα η λαχτάρα του αυτή άρχισε να εστιάζεται σε ένα θηλυκό κορμί.

Ήταν μάλλον στον τρίτο όροφο. Κοίταξε προς τα κάτω. Μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας ήταν ξαπλωμένη και μισοκοιμόταν μια κοπέλα. Φορούσε ένα πλούσιο σε χρώματα φόρεμα. Λευκό δέρμα, κόκκινα μαλλιά, πανέμορφα πόδια. Το αεράκι την φυσούσε και κάθε τόσο της σήκωνε το φόρεμα, και τότε, φαινόταν ένα ποθητό (μα εντελώς ποθητό) αιδοίο, με χείλη που σε καλούσαν πάση θυσία να τα φιλήσεις. Σε λίγο καλυπτόταν και πάλι από το φόρεμα.

Μετά από δεκάδες (ή και εκατοντάδες) αποκαλύψεις και αποκρύψεις του αιδοίου της, εκείνος έφτασε πια σε κατάσταση πανικού. Την ήθελε όσο τίποτα και δεν μπορούσε να βγεί από αυτό το καταραμένο διαμέρισμα, αυτή την άθλια πολυκατοικία, και να βρεθεί δίπλα της, να την αγκαλιάσει μέχρι εσχάτων. Σαν να μην έφτανε αυτό, εκείνη έστρεψε το βλέμμα της προς τα πάνω, και του χαμογέλασε, την ίδια στιγμή που το κατακόκκινο αιδοίο της φάνηκε για άλλη μια φορά, συντελώντας κι αυτό σε τεράστιο βαθμό, στην αποπλάνηση του. Χάθηκε ο κόσμος γύρω του. Έμεινε μόνο αυτή η κοπέλα. Σε λίγο χάθηκε κι εκείνη. Έμεινε μόνο η ψυχή της, δηλαδή το αιδοίο της, ένα κοσμικό βάραθρο, όπου άρχισαν να γλιστρούν όλα μέσα του.

«