Skip navigation

Category Archives: philosophy

 Τέχνη είναι η εμφάνιση ενός νέου τινός, η ψευδαισθησιακή απόδοση ποιοτικών διαφοροποιήσεων κατά τη διάνυση μιας τεράστιας κλίμακας απλών ποσοτικών διαβαθμίσεων.
Ζωή (με αντίληψη) είναι το αποτέλεσμα μιας τεράστιας, σχεδόν άπειρης ποικιλίας  νευρωνικών συνδυασμών, όπου το μέγεθος του πλήθους μετατρέπει το σύστημα από ντετερμινιστικό σε πιθανοκρατικό.
Δηλαδή το τεράστιο πλήθος είναι ο καταλύτης που οδηγεί στην υπέρβαση του μηχανικού συστήματος σε ζων και της επιστημονικής καταγραφής σε καλλιτεχνική έκφραση.
Είναι όμως υπέρβαση ή απλά μια άλλη οπτική γωνία των πραγμάτων;

Όπως και να έχει, η ιστορία του ανθρώπου δείχνει ότι ακόμη και η απλή αλλαγή προοπτικής (χρησιμοποιώντας τα ίδια και μοναδικά διαθέσιμα υλικά) έχει τεράστιες επιπτώσεις στη διαχείριση του κόσμου, το άνοιγμα νέων οριζόντων και τη συνεχή άρνηση του πέρατος.

 

 

 

 

Έρευνα για τη φύση ή για τη φύση μας;

 

Προηγείται η φύση γύρω μας ή η φύση του εαυτού μας;

Μετά την Επιστημονική Επανάσταση και τις απανωτές επιτυχίες της επιστήμης, όλοι ένιωσαν πως επιτέλους το πολυπόθητο κλειδί τόσων αιώνων είχε επιτέλους ανακαλυφθεί. Και σε ένα βαθμό βέβαια δεν είχαν άδικο.

Αλλά οι αρχές του εικοστού αιώνα έφεραν στο προσκήνιο τα πρώτα αδιέξοδα. Η Αριστοτελική αρχή της μη αντίφασης έπαψε να ισχύει, καθώς υπήρχαν οντότητες που ταυτόχρονα ήταν σωματίδια και δεν ήταν σωματίδια.

Αλλά το πιο εξωφρενικό, κάτι που υπήρχε εδώ και αιώνες ως ουσιώδες φιλοσοφικό θέμα, αν προηγείται η αντικειμενική πραγματικότητα ή ο υποκειμενικός παρατηρητής, έγειρε, για πρώτη φορά, μέσα στα επιστημονικά συμφραζόμενα, υπέρ του παρατηρητή. Η παρουσία ή όχι του παρατηρητή επηρεάζει την έκβαση των πειραμάτων μικροσκοπικής κλίμακας.

Κι έτσι να που κλείνει ο κύκλος, ή ίσως ξανα-ανοίγει πιο άγρια από πριν.

 

Γνώθι σαυτόν και γνώσεσθε τους θεούς και το σύμπαν.

 

Κι εκεί που αρχίσαμε να ελπίζουμε ότι θα γνωρίζαμε τον εαυτό μας μέσα από τον κόσμο, όπως μας πρωτο-έμαθαν οι προ-σωκρατικοί.

 

ΑΧ, βοήθεια!!!

Περνούσε τις μέρες των διακοπών των Χριστουγέννων με ένα περίεργο αίσθημα. Δεν έβρισκε κάποιο νόημα για να χαρεί, έστω να συγκινηθεί. Χριστός; Ιησούς; Μεσσίας; Τι ήταν όλοι αυτοί; Ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο; Έζησαν ή έζησε περί το 0, που χοντρικά αποδίδεται ως έτος γέννησης του; Ή περί το 330 μαζί με την επισημοποίηση του σχετικού δόγματος από την πρώτη οικουμενική σύνοδο; Βοηθά στην αποκρυπτογράφηση του νοήματος η ενασχόληση μας με την ιστορία αυτού του μυθικού ή πραγματικού προσώπου;

Τελικά μετά από πολλή περίσκεψη σκέφτηκε ότι όλο το νόημα βρισκόταν στην ανάγκη της διακοπής. Το συνεχές δημιουργεί ένα τρομακτικό άγχος, μια αδιάπτωτη κακουχία που θυμίζει την κατάσταση ενός κόσμου χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Η διακοπή σημαίνει παύση και μετά επανεκκίνηση, σχηματοποιώντας κατά τον καλύτερο τρόπο τη δόνηση, δηλαδή τον κυματισμό. Σιγή και δράση. Παύση και δημιουργία. Μια γέννηση. Και πριν απ’ τη γέννηση μια περίπτυξη, μια είσδυση μέσα στο απύθμενο χάος, μια ηδονή πόνου, μια κραυγή για ύπαρξη, μια στριγκλιά από γιατί που δεν θα απαντηθούν ποτέ. Και ό,τι γεννιέται θα αναλωθεί και αυτό στην ίδια κραυγή. Όντα γεννημένα για να μη ξέρουν αλλά με την ανάγκη να ξέρουν. Έτσι η υποτιθέμενη γέννηση του Ιησού γίνεται γέννηση του καθενός και τα ερωτήματα του Ιησού γίνονται ερωτήματα του καθενός.

Στη συνέχεια έπεσε στο μυαλό του μια ιδέα που φώτιζε με ένα διαφορετικό τρόπο το νόημα των Χριστουγέννων. Μήπως η ουσία του πράγματος δεν είναι η γέννηση αλλά η διαδικασία που οδηγεί δυνάμει σ αυτήν; Η περίπτυξη, η είσδυση, η ηδονή. Η ηδονή αυτή είναι πραγματική, κανείς δεν την αμφισβητεί. Περίπλοκες λειτουργίες και χημικές ουσίες σε μια μοναδική σύνδραση πετυχαίνουν να συνθέσουν την αίσθηση της ηδονής, το αλχημικό ζητούμενο, τη συνταγή της ευτυχίας. Τι κι αν μετά παρέρχεται; Τη στιγμή που υφίσταται κανείς δεν την αμφισβητεί.

Μια απέραντη διαχρονική καύλα είναι το αίτιο, και η γέννηση είναι το αποτέλεσμα. Αντιστρέφοντας τη σχέση αίτιου και αιτιατού, μπορούμε επιτέλους να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή μας μέσω του αιτίου, της απέραντης ηδονής της ένωσης, μιας ένωσης που διατρέχει όλο το κορμί μας, όλες τις αισθήσεις μας, όλη τη ψυχική μας υπόσταση, όλη τη διανοητική μας ενέργεια.

Καθώς όλα δεν μπορούν παρά να βιωθούν συγκριτικά, η ευτυχία, η ηδονή, η ευχαρίστηση ή η δυστυχία, ο πόνος, η δυσαρέσκεια στο τώρα χαρακτηρίζονται ως τέτοια σε σχέση με τις καταστάσεις του ίδιου ατόμου στο πριν. Ακόμη και μια μικρή βελτίωση της υγείας ενός αρρώστου τον κάνει να νοιώθει ευτυχισμένος, ακόμη και αν η συνολική εικόνα του είναι δραματική. Ακόμη και μια μικρή αναποδιά στη ζωή ενός δισεκατομμυριούχου, τον κάνει προσωρινά δυστυχή, παρόλο που η παραμικρή σύγκριση με τον οποιοδήποτε κοινό θνητό θα έπρεπε να τον κάνει να ωχριά από τύψεις. Όλα αυτά είναι ενστικτώδεις ψυχικές αντιδράσεις, όσο η συνείδηση είναι ένα σπάνιο φαινόμενο στη φυλή των ανθρώπων.

Βομβαρδισμός εννοιών και πεποιθήσεων δημιουργούν ένα νέφος αντιλήψεων μες στο οποίο κολυμπά ο τυπικός άνθρωπος. Οι αντιλήψεις του ιδίως για το σεξ και τον θάνατο σπάνια απέχουν από τον μέσο όρο της εκάστοτε εποχής σε μια συγκεκριμένη γωνιά του κόσμου. Οι γυναίκες που λαχταρούν να κοιμηθούν με ένα άντρα μόνο και μόνο για την ηδονή μιας νύχτας είναι πόρνες, ενώ το αντίστοιχο στους άντρες τους κάνει περήφανους για τις δυνάμεις τους και τους καθιστά σημείο αναφοράς. Ο άνθρωπος που πεθαίνει μόνος σ ένα νοσοκομείο με μια αποκλειστική στο προσκεφάλι, καθώς είναι βάρος ακόμη και στους κοντινότερους συγγενείς του, κάνει μια βουτιά κυριολεκτικά στην απόγνωση και τη φρίκη, ενώ ο άνθρωπος που πέθαινε στην αγκαλιά των δικών του σε παλιές εποχές βυθιζόταν σιγά-σιγά σε ένα ωκεανό αποδοχής και αγάπης, ενώνοντας τη ψυχή του παντοτινά με όσους παρέμεναν για λίγο ακόμη σ αυτόν τον πλανήτη, φτιάχνοντας μια αλυσίδα που δεν τέλειωνε ποτέ…

η ρήση των ερωτευμένων περί της απολυτότητας και της αφθαρτότητας των αισθημάτων τους είναι λογικά απροσδιόριστη αλλά αυτό-αναφορικά αληθής, καθώς εκείνοι δηλώνουν ειλικρινά τα όσα αισθάνονται.

αν παρ’ ελπίδα διαψευστούν, δεν καθίστανται εκείνοι αναξιόπιστοι, αλλά η φύση των τροποποιητικών διαδικασιών, και ειδικότερα η εισβολή του γίγνεσθαι μέσα στο είναι…

“Why does the eye see a thing more clearly in dreams than the imagination when awake?”

Leonardo da Vinci 

«Όταν βλέπω κάποιον προικισμένο με τέχνη ή με δώρο πνευματικό, κάποιον που να μπορεί να κάνει ή να πει κάτι καλύτερα απ’ τους άλλους ανθρώπους, αναγκάζομαι να τον ερωτευθώ και δίνομαι πλήρως σ’ αυτόν, ώστε δεν ανήκω πια στον εαυτό μου. Η συντροφιά μαζί του αντί να με ξεκουράζει, να με δυναμώνει, να με γαληνεύει, μου ξεσκίζει τη ψυχή και μου την πετά στους ανέμους με τρόπο που και για μέρες έπειτα, δεν ξέρω σε ποιον κόσμο μέσα κινούμαι.»

Μιχαήλ Άγγελος

Η ζωή περιέχει μέσα της την αυτοαναίρεση. Η ζωή είναι μέρος ενός κόσμου με όρια, ο οποίος δεν μπορεί παρά να αυτοτροφοδοτείται από τα υλικά του, τα οποία συνεχώς μεταβαίνουν από τη ζωή στο θάνατο κι από κει πάλι στη ζωή κτλ.
Κι η ευτυχία περιέχει μέσα της την αυτοαναίρεση. Δεν είναι το τίμημα των πράξεων μας, ούτε η τιμωρία ενός εκδικητικού θεού. Είναι απλά η φύση των πραγμάτων.

«Ο έρωτας είναι μια μεγάλη αρρώστια» Ταρκόφσκι.
«Έρωτας είναι ο αγώνας δυο ανθρώπων ανικανοποίητων μες στο κόσμο να διευρύνουν ολοένα το χάσμα μεταξύ προσδοκίας και πραγματικότητας με σκοπό να νοιώθουν σε όλο και μεγαλύτερη ένταση τις στιγμές της εκπλήρωσης. Οι ερωτευμένοι είναι οι μεγαλύτεροι εχθροί κι η ηδονή τους είναι η μανιασμένη ακύρωση της αδυσώπητης σύγκρουσης»

«Τέχνη είναι ό,τι δρα επωφελώς στην ανθρώπινη ψυχή» Καντίνσκι
«Τέχνη είναι το υποκατάστατο του έρωτα, η κόσμια εκδοχή της απερίσκεπτης μανίας του»

boschsevendeadlysins.jpg Bosch : Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα

 

Ο Daniel Arnaut ήταν Προβηγκιανός τροβαδούρος του 13ου αιώνα, θεωρούμενος από τον Δάντη ως ο καλύτερος τεχνίτης του λόγου, από τον Πετράρχη ως ‘μεγάλος δάσκαλος της αγάπης’ και από τον Έζρα Πάουντ ως ο μεγαλύτερος ποιητής που έχει περάσει ποτέ. Αυτόν λοιπόν τον θαυμαστό δάσκαλο του έρωτα, τον βάζει ο Δάντης (τι περίεργο!) στο Καθαρτήριο της Θείας Κωμωδίας, XXVI, 140-147, να εκτίει ποινή για λαγνεία, και μάλιστα να παρακαλεί μετανιωμένος για το παρελθόν του, να τον θυμηθούν ενώπιον του θεού. Στη προσωπική του ζωή μάλιστα ο Δάντης βαθιά ερωτευμένος με τη Βεατρίκη Πορτινάρι, δεν την άγγιξε ποτέ. Αντ’ αυτού παντρεύτηκε την Τζέμα Ντονάτι από πλούσια φλωρεντινή οικογένεια και έκανε μαζί της τέσσερα παιδιά, χωρίς να πάψει την ερωτική του ποίηση για την Βεατρίκη, και χωρίς να αφιερώσει τον παραμικρό στίχο για τη σύζυγο του. Μήπως από φόβο μήπως μετατρέψει τον έρωτα του σε λαγνεία;

Με αφορμή αυτή την αναφορά σκέφτηκα γενικότερα τα 7 θανάσιμα αμαρτήματα που παραθέτει ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία, ακολουθώντας την κατηγοριοποίηση του Πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου γύρω στο 600, και τα ένοιωσα συμβολικά ως εξαιρετικές ψυχικές προδιαθέσεις σε απόλυτη συμπληρωματικότητα με τα υποτιθέμενα 7 αναγεννητικά προτερήματα.

 

Λαγνεία: να αφιερώνεσαι με πάθος χωρίς τους περιοριστικούς κανόνες της λογικής, και καθώς δίνεσαι ολοκληρωτικά, να διαχέεις τον εαυτό σου μες στον άλλο και να νιώθεις τους χυμούς του ως χυμούς σου – Αγνότητα: να διώχνεις από μέσα σου κάθε τι μίζερο και μετριοπαθές που σε κρατά κολλημένο στη καθεστηκυία αντίληψη.

 

Αλαζονεία: η χαρά ότι ζεις, μια χαρά που σε κάνει να νιώθεις ότι ξεπερνάς σε ενέργεια το κάθε πλάσμα, ακόμη και το θεό – Ταπεινοφροσύνη: η αίσθηση ότι είσαι ένα απειροελάχιστο μέρος μέσα στο όλο, αλλά ότι χωρίς εσένα όλα θα ήταν διαφορετικά.

 

Λαιμαργία: η τάση να τρως κάθε τι που αγαπάς, γιατί μόνο έτσι το αφομοιώνεις και το κάνεις εαυτό σου – Εγκράτεια: η δύναμη να φυλάς για το αγαπημένο σου πρόσωπο το καλύτερο που έχεις να δώσεις.

 

Οκνηρία: η χαρά να μη κάνεις τίποτα και να απολαμβάνεις τον ήχο του αέρα και τους χτύπους της καρδιάς σου – Ζήλος: να μην μπορείς να σταθείς ούτε στιγμή χωρίς να δημιουργείς.

 

Οργή: η εναντίωση σου σε κάθε τι που βλέπεις ότι πάει να σε αλλοτριώσει και να σε κάνει άλλο από αυτό που εσύ πιστεύεις ότι είσαι – Ανοχή: η κατασταλαγμένη σοφία ότι τίποτα γύρω σου δεν φταίει αφ’ εαυτού, καθώς είναι γρανάζι ενός τεράστιου συστήματος, του οποίου έγινε μέρος χωρίς τη θέληση του.

 

Απληστία: να τα θες όλα, να τα ρουφήξεις και να γίνεις μέτοχος τους, γιατί έτσι φτιάχτηκες, παρόλο που τελικά θα ζήσεις ελάχιστα – Αγαθοεργία: να νοιάζεσαι για τους άλλους χωρίς όρια, να επικοινωνείς μαζί τους και να τους φιλάς με τη φύση σου.

 

Ζήλεια: να λαχταράς αυτά που βλέπεις στους άλλους αλλά δεν μπορείς να τα κάνεις εσύ και έτσι μες απ’ τους άλλους αγαπώντας τους, να είναι σαν τα κάνεις κι εσύ – Καλωσύνη: να χαίρεσαι με τη χαρά των άλλων και έτσι να την πολλαπλασιάζεις.

 

Και ας τελειώσουμε με ένα ποίημα του Arnaut:

 Love and joy and time and place
return me to my usual wits
back from that yoke I had the other year,
when I went hunting hares with oxen:
now I’m better off, Love-wise, and worse,
since I love well, and for that I call myself lucky;
but my name is still Not-Loved
if Love and my entreats don’t win her stark heart.

 

He who loses all his wealth at once
ought to look for a rich lord
to restore his loss and harm,
since a poor one wouldn’t be worth to him a minnow:
for this reason I have chosen her
towards whom neither my heart nor my eyes have ever been closed,
and I vow, Love, if you win her for me,
peace forever with all the others.
 

He’s worth little, a man without joy;
I know it well, I’ve had mine spoiled,
since for an excess of toil,
the pain of which won’t leave my heart,
(and if sadness doesn’t leave as joy did)
soon my relatives shall see me insane;
but the one who has changed my heart is such
that I would die old, loving her.



I don’t know anyone as devoted to God,
hermit nor monk nor cleric,
as I am to her about whom I sing,
and this’ll be proven ere new year comes;
I am more faithful to her than to a half of myself,
and I would be so [even] if I were king or duke:
so pure is my heart towards her
that I’ll be blind ere I long for another woman.

 
About that of which I’ve so feared and doubted
I now grow more hopeful and assured,
since an adage I have heard once
tells me it thunders as long as it rains;
albeit I fail five years or six,
how gladly, when my hair is hoary,
I’ll enjoy that for which I suffer,
since by loving and entreating the scornful heart is sweetened.

 
From long sighing and grievous wailing
the one I exalt myself for can deliver me,
since now, for a seemly visage’s only sake,
I have stirred a wholly new song.
I walk up the slope and don’t complain,
since this mountain moves me to think gently.
Go up, heart! you do well if you suffer:
go on, as long as you don’t fail the one you brood.

 
Gold shall be viler than iron
before Arnaut renounces loving the one he’s secretly devoted to.