Skip navigation

Category Archives: writing

σκάβει γύρω απ’ τον κορμό του

καθώς δεν μπορεί να περπατήσει

κι έτσι σκοτώνει τον εαυτό του

μετά από εκείνην

ο έρωτας γι’ αυτόν

ήταν σαν σαλιγγάρι

χωρίς διαδοχές τοιχωμάτων

ένα απαλό πέρασμα

χωρίς ενοχές και σφιγκτήρες

ωσάν κάτι που δεν υπάρχει

απλωμένο

και παρ’ όλ’ αυτά

χωρίς επιφάνεια

και σαφώς χωρίς τον παραμικρό ήχο

 

 

          Γεια χαρά. Τι ευχάριστη έκπληξη. Νόμιζα ότι είχες πεθάνει.

          Γεια. Γνωριζόμαστε;

          Ο Ερρίκος δεν είσαι;

          Ναι εσύ;

          Εγώ είμαι ο Γουλιέλμος…

 

Ο Γουλιέλμος εργαζόταν στην Υπηρεσία Ασυλοποίησης Κυνών. Περνούσε σε μια βάση δεδομένων τα στοιχεία των σκύλων που έφερναν οι μπόγιες. Εκτός από τα βασικά στοιχεία, δηλ. ημερομηνία γεννήσεως, ύψος, βάρος, ονόματα γονέων, όνομα συζύγου, συμπλήρωνε και ένα πολύ αμφιλεγόμενο πεδίο, τη λεγόμενη θανατότητα. Επρόκειτο για ένα πεδίο πολλαπλών επιλογών που περιέγραφαν μεθόδους θανάτωσης των άτυχων ζώων: υδροκυάνιο, χλωροφόρμιο, μονοξείδιο, αργός απαγχονισμός, απότομος απαγχονισμός, πρόκληση αενάου διάρροιας, αποκεφαλισμός, ημιαποκεφαλισμός, πρόκληση προστάτη, κοπή ενός ποδός, κοπή δυο ποδών, κοπή τριών ποδών, κοπή τεσσάρων ποδών, επιβεβλημένοι συνεχόμενοι αυνανισμοί και η σχεδίαση παρέμενε ανοιχτή και για όποιο νέο τρόπο ήθελε προκύψει. Μετά από τη συμπλήρωση του πεδίου της θανατότητας, ο Γουλιέλμος έφτανε σε ένα πεδίο που ενώπιον του πάντοτε κόμπιαζε από συγκίνηση, το πεδίο της διεύθυνσης του σκύλου. Έβαζε πάντοτε εκεί μια παύλα και τον έπιαναν τα κλάματα, καθώς ταυτιζόταν συναισθηματικά με τη μοίρα του άστεγου σκύλου.

            Η Μόϊρα, η γυναίκα του Γουλιέλμου, δεν είχε ίχνος αισθητικής αντίληψης. «Πάλι σα σκυλί βάφτηκες», ήταν η μόνιμη επωδός του Γουλιέλμου λίγο πριν τη νυχτερινή τους έξοδο. Μια απ’ αυτές τις νύχτες ήταν καλεσμένοι στη δεξίωση που έκανε, στο πλαίσιο της ημέρας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο πρεσβευτής του Σουδάν, και τότε, για πρώτη φορά στη ζωή της, η Μόϊρα βγήκε εντελώς άβαφη.

            Ο Γουλιέλμος ήταν καταφανώς διεγερμένος από το καθαρό απαλό της πρόσωπο και τα ροδαλά της στήθη, τα οποία, αν και στριμώχνονταν προσπαθώντας να ξεπροβάλουν, τελικά παρέμεναν ερμητικά κλειστά μέσα σε μια φωλιά, της οποίας το κλειδί θα αποκτούσε ο ικανότερος από τους αναζητητές. Θα ήταν άραγε αυτός; Το ευχόταν αλλά από την άλλη προσπαθούσε να είναι αμερόληπτος και αντικειμενικός. Τα στήθη της Μόϊρας θα δίνονταν στον καλύτερο.

            Στον πίνακα της νυκτερινής περιπολίας του Ρέμπραντ, όπου όλοι απορροφούνται από τις ριζικά ανόμοιες εκφράσεις των προσώπων, το μυστικό όλο βρίσκεται στο απορημένο βλέμμα ενός κοριτσιού που κοιτά προς μια άσχετη κατεύθυνση, προς τα δεξιά. Ακολουθώντας το βλέμμα του, φτάνουμε στο προαύλιο ενός πύργου. Ο πύργος έχει τη δομή των Καθεδρικών του 13ου αιώνα, σαν αυτόν της Ρουέν ή της Ρενς. Στη δεξιά πλευρά, κάτω από τις επάλξεις της οροφής, αχνοφαίνεται ένα δώμα κάτω από το φως κεριών που ζουν τις τελευταίες τους στιγμές. Και μέσα εκεί, πάνω σ’ ένα φαρδύ σιδερένιο κρεβάτι με λευκά λινά σκεπάσματα, είναι ξαπλωμένη η Μόϊρα. Κάτω στο προαύλιο έχουν μαζευτεί οι υποψήφιοι μνηστήρες της. Είναι έτοιμοι για ένα αγώνα τοξοβολίας, μόνο που πουθενά δεν έχει οριστεί ο στόχος. Κι ενώ, ως γνωστόν, οι αγώνες αυτοί διεξάγονται συνήθως μέσα σε άπλετο φως, το δείλι έχει ήδη ξεκινήσει και οι τοξοβόλοι παραπατάνε ακανόνιστα από δω κι από κει σαν αόμματοι τυφλοπόντικες ή μάλλον σαν νυχτερίδες που αποφεύγουν την τελευταία στιγμή η μια την άλλη, στρεφόμενες ξαφνικά κατά 90 μοίρες. Ο καθένας κρατά από ένα τόξο και μια δεσμίδα βέλη, χωρίς όμως να δείχνουν και μεγάλη διάθεση να τα χρησιμοποιήσουν. Μετά από λίγη ώρα η πλήρης απουσία φωτός και η ανυπαρξία του στόχου μετατρέπουν τη σκηνή σε παρωδία. Το μόνο φως που αχνοφέγγει είναι αυτό του δώματος. Η Μόϊρα περιμένει αλλά δεν αφήνει και ανεκμετάλλευτο το χρόνο της. Με το ένα της χέρι χαϊδεύει τα στήθη της, ενώ με το άλλο ψηλαφίζει απαλά την περιοχή ανάμεσα στα πόδια της. Η ένταση της μεγαλώνει εκθετικά, ζητώντας απεγνωσμένα έναν εραστή. Και τότε ένα αντικείμενο σαν βέλος εκσφενδονίζεται με ορμή προς το δώμα. Στη βάση του είναι χαραγμένο ένα όνομα: Ερρίκος.

            Στη δεξίωση κυριαρχούσε η χλιδή και ταυτόχρονα ήταν διάχυτη μια συναισθηματική ανορεξία. Ο Γουλιέλμος περιέφερε με περηφάνεια τη Μόϊρα, σαν να ήθελε να επιδείξει τη ράτσα της. Σε μια στιγμή τον κάλεσε ο πρέσβυς κοντά του και του ζήτησε να του περιγράψει επακριβώς τις μεθόδους θανατότητας. Είχε το μυαλό του στο Νταρφούρ, όπου κάποιες από αυτές τις μεθόδους ίσως να αποδεικνύονταν ιδιαίτερα χρήσιμες. Υπέρμαχος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αναζητούσε τρόπους που να αντισταθμίζουν την αδυσώπητη πράξη της θανάτωσης. Σκεφτόταν γι’ αυτό μια βία τόσο έντεχνη, ώστε ακόμη και αυτός που την υφίσταται, να μετατοπίζεται από τη θέση του θύματος στη θέση του παρατηρητή, που παρακολουθεί με αδιάπτωτο ενδιαφέρον τα τεκταινόμενα.

            Όσο ο Γουλιέλμος περιέγραφε τις μεθόδους θανατότητας στον πρέσβυ, η Μόϊρα γνωρίστηκε με κάποιον από τους παρευρισκόμενους. Ο Ερρίκος, έτσι τον έλεγαν, της ζήτησε αμέσως να κάνουν έρωτα, κι εκείνη του απάντησε πως ήταν αναπόφευκτο. Ζήτησε ο Ερρίκος από τον πρέσβυ να χρησιμοποιήσει μια απ’ τις κρεβατοκάμαρες του υπερώου. Σε λίγο βρέθηκαν οι δυο τους στο φαρδύ σιδερένιο κρεβάτι με τα λευκά λινά σκεπάσματα, εκείνη ξαπλωμένη, κι εκείνος, αγρίμι καθισμένο στα τέσσερα, άρχισε να της αναπτύσσει τις φιλοσοφικές πλευρές του έρωτα, να της μιλά για γνωσιολογικά μοντέλα και οντολογικές ταυτότητες, καταλήγοντας ότι η φιλοσοφία δηλαδή ο έρωτας είναι σπουδή θανάτου και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να πεθάνει με ηδονή. Τότε εκείνη, πήρε στα χέρια της το ανασηκωμένο πέος του, θηριώδες από τη διέγερση και όχι μόνο και το τοποθέτησε με ορμή μέσα της. Αμέσως το ένοιωσε σαν δικό της εξάρτημα, σαν ένα ξίφος που το έμπηγε με ορμή στον εραστή της, μέχρι που του έδωσε το τελειωτικό χτύπημα. Ο Ερρίκος έπεσε αναίσθητος από ηδονή.

            Η Μόϊρα τρομαγμένη ντύθηκε και κατέβηκε στο ισόγειο. Η δεξίωση είχε τελειώσει προ πολλού. Ο Γουλιέλμος καθόταν μόνος του, ενώ ο πρέσβυς είχε πάει για ύπνο. Συνειδητοποίησε από το ύφος της γυναίκας του ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί, στο μεγάλο κρεβάτι, κάποιος κείτονταν ασάλευτος. Δυο πράγματα τράβηξαν την προσοχή του, το απορημένο ύφος του και το ακόμη διεγερμένο πέος του σε πλήρη αντίθεση με τη συνολική χαλαρότητα.

            Λίγο αργότερα έμαθε από τη Μόϊρα ότι τον έλεγαν Ερρίκο, κι ότι τον σκότωσε εκείνη κάνοντας του έρωτα, ακολουθώντας με ευλάβεια το επίμονο αίτημα του. Ο Γουλιέλμος ήταν έτοιμος να εκραγεί από μια εσωτερική αναταραχή σύγκρουσης προτεραιοτήτων, της θλίψης του μπροστά σ’ ένα θάνατο και του θυμού από την απιστία εις βάρος του. Όσο περνούσε ο χρόνος, η λύπη του για τον Ερρίκο έδινε τη θέση της στην οργή του για τη Μόϊρα.

            Το επόμενο πρωί βρέθηκε προ εκπλήξεως. Ο Ερρίκος ήταν και πάλι μπροστά του, σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό.

 

          Γεια χαρά. Τι ευχάριστη έκπληξη. Νόμιζα ότι είχες πεθάνει.

          Γεια. Γνωριζόμαστε;

          Ο Ερρίκος δεν είσαι;

          Ναι εσύ;

          Εγώ είμαι ο Γουλιέλμος… Πού να με θυμάσαι. Τη γυναίκα μου γνώρισες, τη Μόϊρα, κι όχι μόνο τη γνώρισες, αλλά τη γάμησες κιόλας σ’ εκείνη τη γαμημένη τη δεξίωση. Ώστε ζεις τελικά…

 

      Ο Ερρίκος πρόλαβε να ψελλίσει κάποιες φιλοσοφίες για τον έρωτα και τη γνώση, μέχρι που έπεσε νεκρός από ένα οξύ χτύπημα στο σβέρκο που του κατάφερε με απίστευτη ορμή ο Γουλιέλμος. Το σιδερένιο ραβδί, βασικό εξάρτημα του μπόγια, τον χτύπησε θανάσιμα. Η ζωή του Ερρίκου είχε απλά πάρει μια μικρή παράταση.

      Και τώρα είχε μπροστά του το δυσκολότερο καθήκον, να αποτελειώσει τη Μόϊρα. Ο Ερρίκος του, γερό ζωντανό με μεγάλο παράστημα και πυκνό καστανό τρίχωμα, ήταν από τους αγαπημένους του κι όμως το κατάφερε. Για την Μόϊρα όμως αισθανόταν απόλυτη αδυναμία να το κάνει. Όλη αυτή η λεπτομερής φαντασίωση και η αφόρητη ζήλια που προκάλεσε επί τούτου στον εαυτό του δεν ολοκλήρωσαν το εγχείρημα.

      Η μοίρα του ήταν προδιαγεγραμμένη. Θα άφηνε τελικά τη Μόϊρα να ζήσει, κι εκείνος θα έχανε δια παντός τη δουλειά του. Μια επιτυχημένη καριέρα στην Υπηρεσία Ασυλοποίησης Κυνών είχε μόλις τελειώσει.

 

 

 

 

 

 

 

Copyright by Markos-the-Gnostic

 

 

 

καμπύλες που προσποιούνται ευθείες

αδημονίες που ντύνονται έρωτες

κατακόρυφες εκσπερματώσεις συμπλήρωμα της επίμονης βροχής

σχήματα πάσης φύσεως που καταπιέζουν τη μνήμη

ρυθμοί που ερυθριούν εμπρός στην κατωφέρεια των πόθων

εγώ ένα σημείο που χάνεται μες στη πληθώρα των δοκιμών

μια αναίρεση που επιβιώνει μες απ’ το θάνατο

baigneuse_accroupie_s.jpg

Η Δροσιά ήταν μια κοπέλα πολύ ευαίσθητη και ταυτόχρονα απίστευτα ανεξάρτητη. Θεωρούσε ότι ήταν γεννημένη σε ένα κόσμο προβληματικό και άδικο, τόσο σε ένα γενικό επίπεδο όσο και ειδικότερα σε ό,τι αφορά τo αιώνιο ζήτημα της ισότητας των φύλων. Δεν ήταν χοντροκομμένη φεμινίστρια· δεν ήθελε να γίνει άντρας στη θέση του άντρα. Πώς να θέλει άλλωστε κάτι τέτοιο, αφού πίστευε ότι το φύλο της ήταν σαφώς ανώτερο από το άλλο, και επομένως δεν επεδίωκε κατά κανένα τρόπο να καταστείλει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Αρμονική στη κίνηση, με μια έμφυτη θηλυκότητα, την οποία συνήθως έκρυβε κάτω από ένα αστείο, σχεδόν παιδικό προφίλ, γοήτευε τα άρρενα, χωρίς τις περισσότερες φορές καν να το αντιλαμβάνεται.

Η επικέντρωση στον εαυτό της την έκανε να φαίνεται εγωίστρια, αλλά η πραγματικότητα ήταν πολύ διαφορετική. Συνδύαζε την αξιοπρέπεια με μια βαθιά ανάγκη να την αγαπούν και μάλιστα υπερβολικά· μια ανάγκη όμως που είχε για τα καλά πέσει σε χειμερία νάρκη, ελλείψει άξιων λόγου ερεθισμάτων.

Η Δροσιά εκτός των άλλων είχε μια ένθερμη σεξουαλικότητα, υγιή, φυσική θα έλεγα καλύτερα. Μόνο που ως θήλυ θα έπρεπε, σύμφωνα με τα κοινωνικά δεδομένα ακόμη και των προοδευτικότερων ομάδων, να την εκδηλώνει όχι με την άνεση των αρρένων. Το άρρεν, ως γνωστόν, όταν καυλώνει μπορεί να γυρίζει τα μπαράκια και να κάνει γνωριμίες της μιας νύχτας ή καλύτερα της μιας ώρας κι αυτό όχι μόνο δε φανερώνει αναισθησία αλλά απεναντίας ζωτικότητα και δύναμη. Το θήλυ, αν λόγω καύλας γνωρίσει κάποιον για να γαμηθεί κι έτσι να νιώσει από ανακούφιση από το στρες έως και ηδονή, τότε είναι στην καλύτερη περίπτωση εύκολη και στη συνηθέστερη πουτανάκι τουλάχιστον εύκολη και συνήθως πουτανάκι· τέλος πάντων μια κοπέλα που δεν έχει νόημα να την παίρνεις και πολύ στα σοβαρά. Πράγματι μια τέτοια ζωτικότητα εκλαμβάνεται από τα άρρενα ως μια αδιάπτωτη απειλή για την ηρεμία και την ασφάλεια τους. Κι ας έχουν περάσει εποχές σαν του Μπέρκλεϋ ή του Μάη του 68, και φιλοσοφίες και πρακτικές σαν του Βίλχελμ Ράιχ.

Μόνο κοπέλες σαν τη Δροσιά δεν υπολόγιζαν όλα αυτά τα κοινωνικά δεδομένα. Ήταν τόσο συνεπής με τον ψυχισμό της και τις ανάγκες της που είχε καταφέρει να χειρίζεται τη σεξουαλικότητα της με αποτελεσματικότητα και αυτάρκεια. Ικανοποιούσε τις ερωτογόνες ζώνες της όπως θα το έκανε και ένα άρρεν, το οποίο όμως θα είχε και τη σιωπηρή συγκατάθεση του περίγυρου· δηλαδή κυρίως μόνη και δευτερευόντως συνευρισκόμενη με αμοιβαία ηδονή με κάποιον που θα την είλκυε σε ένα τουλάχιστον βασικό επίπεδο σε μια ώρα ανάγκης.

Όχι ότι δεν ερωτευόταν. Αλλά σε κάθε περίπτωση είτε έμενε στη φαντασία της από ντροπή να το εκφράσει καθώς ένοιωθε ότι είχε μικρές πιθανότητες επιτυχίας και έτσι θα θιγόταν η αξιοπρέπεια της, είτε δεν έβρισκε την ένθερμη ανταπόκριση που επιθυμούσε κι έτσι το σταματούσε εν τη γενέσει, είτε την πρόδιδε ο κάποιος με τον οποίο κάτι είχε ξεκινήσει κι αυτό δημιουργούσε μέσα της τέτοια υπαναχώρηση στην εσωστρέφεια και την αυτάρκεια που θεωρούσε τις μόνιμες σχέσεις από αφελή ουτοπία έως υπέρτατη βλακεία.

Συνάντησα χτες τη Δροσιά και είχαμε τον παρακάτω διάλογο:

Δ: Πόσες φορές διάνυσες τον ίδιο δρόμο την ίδια μέρα;

Μ: Τον ίδιο δρόμο, εννοείς μια συγκεκριμένη οδό, η οποία στην ευθεία της προέκταση, μπορεί να αναφέρεται και με διαφορετικά ονόματα;

Δ: Γιατί όχι; Μπορούμε μάλιστα να θεωρήσουμε ως ευθεία προέκταση ακόμη και την απόκλιση το πολύ 11 μοιρών.

Μ: Οκ. Απ’ ότι θυμάμαι, 4,5 φορές.

Δ: όπου το μισό;

Μ: Είχα κουραστεί. Δε πήγαινε άλλο. Κι έτσι την τελευταία φορά έκανα μόνο το μισό.

Δ: Ο δρόμος που διάνυσες ήταν η πραγματικότητα Νο.9, νομίζω. Και για να περάσεις σε μια άλλη πραγματικότητα ενός άλλου αριθμού ή ακόμη και σε μια φαντασία, πρέπει να τον διαβείς καμπυλωτά, εσωτερικά, διαρθρωμένα, σε συνάρτηση με κάτι άλλο.

Μ: Σε συνάρτηση με το θάνατο… Εγώ νομίζω ότι αυτή η τρομακτική διαδρομή ήταν μες στο μυαλό μου, κι ότι με οδήγησε στη φαντασία Νο.13, τη φαντασία του θανάτου, ακολουθώντας την συμβολική αρίθμηση της ταρό…

Δ: Ώστε ήσουν σε μια φαντασία; Και τότε εγώ πώς σε παρατηρούσα; Δεν μπορεί να ήσουν μες στο μυαλό σου, γιατί τότε εγώ πού ήμουν;

Μ: Μες στο μυαλό μου κι εσύ, υποθέτω. Εγώ πάντως αν ήμουν μες στο μυαλό σου, θα ήμουν στη φαντασία Νο.6, του έρωτα, ακολουθώντας και πάλι τους συνειρμούς της ταρό…

Δ: Τι θες να πεις;

Μ:  Θα ήμουν φοβερά ερωτευμένος μαζί σου, και θα το έκανα με ένα τρόπο που θα σου ταίριαζε αφού θα ήμουν μες στο μυαλό σου.

Δ: Θα μου ταίριαζε να με παρατηρείς στα στήθη…

Μ: Μα τότε όλα μετά θα ήταν αναπόφευκτα.

Δ: Μόνο αν εγώ το ήθελα. Μην ξεχνάς πως θα ήσουν μέσα στο δικό μου μυαλό.

Μ: Αλήθεια, θα το ήθελες;

Δ: Αν επισκεπτόσουν το μυαλό μου τώρα αυτή τη στιγμή, θα έβλεπες ότι θα το ήθελα πάρα πολύ.

Μ: Θα είχε σημασία άραγε να το θέλω κι εγώ;

Δ: Μικρή για μένα, μεγάλη για σένα.

Μ: Μικρή για σένα;

Δ: Μικρή ναι, γιατί θα το θεωρούσα σαν δημιούργημα του δικού μου μυαλού.

Μ: Μπορεί να έχεις και δίκιο.

Δ: Εκτός κι αν έχεις εσύ δίκιο, κι είμ’ εγώ μες στο μυαλό σου. Ποιος ξέρει;

Μ: Ας κάνουμε ένα πείραμα.

Δ: Ναι…

Μ: Είσαι τόσο ευαίσθητη όσο νιώθω;

Δ: Και όχι μόνο

Μ: Είσαι σκληρή και βίαιη μέχρι τα άκρα;

Δ:Ναι αυτό σίγουρα.

Μ: Περίγραψε μου τα άκρα σου.

Δ: Έχω αυτοκτονήσει 3 φορές. Και τις 3 φορές πέτυχα.

Μ: Και τότε πώς είσαι μπροστά μου;

Δ: Δεν είμαι μπροστά σου. Μην ξεχνιέσαι. Είσαι μες στο μυαλό μου ή είμαι μες στο μυαλό σου.

Μ: Τότε μάλλον … εφόσον … καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Τότε μάλλον είσαι μες στο μυαλό μου.

Δ: Βγάζεις πολύ εύκολα συμπεράσματα.

Μ: Τι εννοείς;

Δ: Θυμάσαι με ακρίβεια τη ζωή σου;

Μ: Για να είμαι ειλικρινής έχω κάποια κενά.

Δ: Ένα από αυτά τα κενά ήταν πολύ σοβαρό.

Μ: Συνέβη κάτι που δεν το θυμάμαι;

Δ: Ναι… Γδύθηκα μπροστά σου. Το βλέμμα σου έδειχνε μια επιθυμία τόσο μεγάλη που έφτανε τα όρια της απόγνωσης.

Μ: Και μετά;

Δ: Και μετά κάναμε έρωτα. Είχε σκληρύνει τόσο πολύ το ωραίο αυτό πράγμα που διαθέτετε, που έμπαινε μέσα μου με ένα τρόπο που με διέλυε. Ήθελα πολύ να διαλυθώ. Και το πέτυχες. Δε γαμούσες το μουνί μου. Γαμούσες τα σωθικά μου. Με γαμούσες όλη. Πρώτη φορά επιτέλους είχα γαμηθεί όλη…

Μ: Ήσουν πραγματική;

Δ: Όσο και τώρα…

Μ:Είσαι πραγματική;

Δ: Όσο και τότε…

Μ: Μα πώς δεν το θυμάμαι;

Δ: Γιατί Μάρκο μου, εσύ δεν ήσουν ποτέ πραγματικός. Είσαι μέρος του μυαλού μου και των κυττάρων μου. Είσαι μια επιθυμία μου. Γι’ αυτό μη φοβάσαι. Δε θα με χάσεις ποτέ…

(copyright : Markos the Gnostic)

(Η εικόνα είναι από τον πίνακα Baigneuse Accroupie του William Bouguereau)

Και μια και βρήκα χρόνο για να γράψω το αγαπημένο μου ποίημα μετά από την πρόσκληση της αγαπητής μου Λούσυ…

Che fece …. il gran rifiuto  (Κ.Π.Καβάφης)
 
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του. 

ένα πλέγμα δύσχρηστων δυνατοτήτων

έναυσμα στις αλαζονικές παρυφές

κάθε εκείνου που αυτοαποκαλείται εαυτός

με δέρμα από ρινίσματα

καλοσύνης και δισταγμού

με την ψευδαίσθηση της παρέμβασης

ενώ όλα είναι όπως ήταν πάντα

με αγκιστρώδεις παρεκβολές

και ασυμπτωτικά ακροφύσια

στην αρχή δάκρυσε που την είδε

δεν την ήξερε

μα προσποιήθηκε

στον εαυτό του

ότι γεννήθηκε πριν απ’ αυτήν

σιώπησε αρκετά

δεν υπήρχε χρόνος κατάβασης

μόνο σπήλαια

από αλεσμένους έρωτες

ενσωματώθηκε

στην ίριδα των ματιών της

ξάπλωσε στα κύτταρα της

και κοιμήθηκε εντός της

όταν βαριέσαι τον εαυτό σου

η στιγμή είναι ιερή

συγκαταλέγεσαι

μεταξύ των τεράτων

που εγγυημένα

αυτοαναφέρονται

δυνητικά

όλα δυνητικά

σαν τη περιδίνηση των βλεφάρων σου

όταν σκέφτεσαι

σε αργές περιστροφικές κινήσεις

ενώ τα σύννεφα

συνέρχονται και συστέλλονται

και εσύ

μου στρέφεις τα νώτα σου

για να σε αγαπήσω εκ νέου

waterhouse_the_siren.jpg 

Η φωνή της ήταν για μένα μια γραμμή ζωής.  

Ένα χρόνο πριν, σ’ ένα καφέ κοντά στα Ουφίτσι, στη Φλωρεντία, είχα δει μια κοπέλα να κάθεται στο διπλανό τραπέζι και να καπνίζει με νευρικότητα. Κάθε τόσο γυρνούσε από δω κι από κει κοιτάζοντας σαν να θέλει να αποφύγει κάτι τρομακτικό. Και τη στιγμή εκείνη ξεκίνησε μια κατάσταση πολύ δύσκολη να περιγραφεί, η οποία μάλιστα μπορεί πολύ εύκολα να εκληφθεί ως αποκύημα κάποιας νοσηρής φαντασίας.

Μια φωνή άρχισε να επεμβαίνει επίμονα μες στο μυαλό μου, μια γυναικεία φωνή, που μου μιλούσε άλλοτε πειστικά, άλλοτε σεξουαλικά, άλλοτε έντονα κι άλλοτε γοητευτικά αδιάφορα. Ποια ήταν αυτή η κοπέλα δεν έμαθα ποτέ. Το πιο πιθανό είναι ότι δεν είχε καμία σχέση με την κοπέλα του καφέ. Απλώς απέδωσα στη χρονική ταύτιση των δυο γεγονότων μια αιτιοκρατική σχέση, η οποία δεν είχε υπάρξει ποτέ. Ακόμη κι όταν έφυγα απ’ το καφέ και δεν είχα καμιά οπτική επαφή με αυτή τη κοπέλα, η φωνή συνέχιζε επιτακτικά.

‘Το σιωπηλό σώμα’, είχε πει κάποτε ένας φίλος μου, ‘το σώμα που δεν υποδηλώνει με κανένα τρόπο την παρουσία του, είναι ένα σώμα που δεν υπάρχει, είναι ένα πνεύμα.’

Επίσης ο Παράκελσος είχε ασχοληθεί σε μεγάλη έκταση με διάφορα ασώματα όντα,  όντα μεν αλλά ασώματα. Συλφίδες, σαλαμάνδρες, νεράιδες, γοργόνες, ξωτικά και στοιχειά πάσης φύσεως και προελεύσεως. Όντα που προσπαθούν πάση θυσία να γευθούν τη σωματική παρουσία μέσα από την επικοινωνία και την επαφή με τους ανθρώπους και τα ζώα. Ασώματες υπάρξεις μακριά από τον κύκλο της φθοράς και του πόνου, που αγωνιούν να σωματοποιηθούν μόνο και μόνο για να αισθανθούν το βάρος, το χρώμα, τις μελωδίες, τις μυρωδιές και τις γεύσεις.

Η φωνή αυτή με είχε περικυκλώσει για τα καλά. Εμφανιζόταν κατά διαστήματα στις πιο παράξενες ακόμη και στις πιο ακατάλληλες στιγμές, την ώρα που ξυριζόμουν, την ώρα που βυθιζόμουν στον ύπνο, την ώρα του σεξ, την ώρα που φτερνιζόμουν, την ώρα που έκοβα τα νύχια μου, την ώρα που αγωνιζόμουν να βρω θέση για πάρκιν.  

«σε αγαπώ, σε θέλω μέσα μου, πάντα μέσα μου… στον πίνακα της Καταιγίδας, η γυναίκα αυτή είναι εγώ, είμαι εγώ, μια γυναίκα χωρίς ψυχή, που προσπαθώ από τις διάσπαρτες στάλες που πέφτουν απ’ τον ουρανό να ανασυνθέσω μια ύπαρξη του νου, αλλά καταλήγω σε μια ύπαρξη χωρίς ζωή, ένα λόγο χωρίς φθόγγους…  πόσες και πόσες φορές δεν προσπάθησα να του κινήσω το ενδιαφέρον, αλλά αυτός ήταν στραμμένος στα μυστήρια της φύσης, αναζητούσε και έπλαθε αινίγματα, η αριστερόστροφη γραφή του αναπαριστούσε μου έλεγε τη φορά της πρώτης στρόφιγγας του Σύμπαντος, των πρώτων κοσμικών στιγμών που ήταν τότε κι εκείνος παρών ως ενσυνείδητη ύλη, ως πρωταρχικός πόθος, ως διάστικτη ανυπαρξία… με ανάγκασαν να τον παντρευτώ, να υλοποιήσουμε το ιδανικό αλχημικό ζεύγος, να δώσουμε σάρκα και οστά στους μύθους και τις ελπίδες, κι έγινε ακριβώς το αντίθετο, όλα διαψεύστηκαν πολύ γρήγορα κι ο κόσμος βρήκε καταφύγιο στα οχυρωμένα τείχη της λογικής, που είναι ανυπόφορα γιατί ακριβώς είναι απόρθητα… όλοι το κυνήγησαν το παιδί μου, ένα γόνο τρομακτικό μα αξιέραστο, έναν γόνο από τον ίδιο μου τον πατέρα ή τον αδελφό μου ή εκείνο τον άγνωστο στο κήπο ή και από όλους μαζί… με ξέσκισαν σε κομμάτια, με πέταξαν στο Νείλο, με έφαγαν οι κροκόδειλοι, γιατί με φοβόντουσαν, φοβόντουσαν το αιδοίο μου που τους μιλούσε για την προέλευση των ιδεών, των αριθμών και των κόσμων… με αποθέωσαν γιατί επί δέκα χρόνια έζησα στην έρημο μόνο με ένα ξεροκόμματο, αντί να με θαυμάζουν που τους δίδαξα τα μυστικά της ηδονής, δεν ήξεραν όμως πως αυτό το σκελετωμένο τέρας που έβλεπαν να πετά πάνω απ’ τα κεφάλια τους ήταν η προβολή των φόβων τους πάνω μου, η μεταμέλεια που επίμονα ήλπιζαν από μένα, για να αποδείξουν ότι η ηδονή είναι πόνος κι ο μόνος δρόμος είναι η φυγή μακριά από τις εκπλήξεις και τις εντάσεις…

είμαι ο αχόρταγος πόθος για ζωή και για θάνατο… κομματιάζομαι από τις αντιφάσεις αλλά και πλουτίζω απ’ αυτές… ορμάω προς τη ζωή με τη χαρά του παιδιού αλλά και του νεοφώτιστου, αλλά πολύ γρήγορα αφήνομαι στις παλίνδρομες δίνες του θανάτου και νοιώθω σαν μαύρη ύλη, αόρατη τρύπα μες στο σκελετό της καρδιάς του δημιουργού… κυλιέμαι πάνω στους ανθούς των φιλιών του εραστή μου σαν το χρώμα πάνω στον καμβά αδέξιου ζωγράφου, πηχτό πράσινο χρώμα κατακόκκινο… φοβάμαι τα σχήματα γιατί μου θυμίζουν τη τυραννία της ακρίβειας… χωρίζω το σώμα μου στα δυο, το αριστερό το χρωστάω στους αντάρτες με τα ξεδιάντροπα στόματα κι το δεξί το φυλάω για σένα για να το φιλάς με τα κύτταρα των ματιών σου γιατί σου ανήκω… ο ιδρώτας μου είναι θεατής των σηράγγων που ενοχοποιούνται μέσα στο αίμα σου… τα χέρια μου σταμάτησαν ν’ αγγίζουν τους ζυγούς μήνες, δεν πιστεύουν καν στην ύπαρξη τους, ο χρόνος είναι πολύ μικρότερος, τον διαλέγουν…

δεν είμαι εγώ» μ’ αυτή τη παράξενη δράση σταμάτησε αυτή η ακατάπαυστη επίσκεψη αυτού του ασώματου πλάσματος, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μόνο φωνή.

Η έλλειψη που ένοιωθα ήταν χωρίς προηγούμενο στη ζωή μου. Μόνο ένας ερωτευμένος που χάνει απροειδοποίητα την αγαπημένη του, που χάνει κάθε ίχνος απ’ αυτήν, που δεν υπάρχει κανένας τρόπος να επικοινωνήσει μαζί της, ενώ εκείνη έχει κάθε δυνατότητα να το κάνει, μπορεί να κατανοήσει σε ένα βαθμό το βίωμα μου.

Σκέφτηκα να επισκεφτώ και πάλι το μέρος που τη γνώρισα, που την άκουσα εννοώ. Κανόνισα ένα ταξίδι αστραπή στη Φλωρεντία. Επισκέφτηκα το καφέ κοντά στα Ουφίτσι. Και περίμενα εκεί με τις ώρες, από τη στιγμή που άνοιγε μέχρι τη στιγμή που έκλεινε, μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες, χωρίς να συμβεί το παραμικρό, χωρίς να δω καμιά κοπέλα να κοιτά νευρικά γύρω της, χωρίς να ακούσω τη γλυκειά και συνάμα αυθάδικη φωνή που είχα ερωτευτεί. Το επόμενο πρωί έφυγα απογοητευμένος από τη Φλωρεντία, με μια τάση να μη ξαναδώ ποτέ στη ζωή μου την πρώην λατρευτή μου πόλη.  

Μετά από δυο χρόνια, ενώ καθόμουν στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο για το κέντρο, εμφανίστηκε μια κοπέλα με μακριά καστανόξανθα σπαστά μαλλιά, κάθισε δίπλα μου, έβγαλε ένα βιβλίο από τη τσάντα της και άρχισε να διαβάζει. Η ανεξέλεγκτη τάση μου για λαθρανάγνωση, μου επέβαλε, πέραν των κανόνων της τυπικής ευγένειας, να βουτηχτώ στις φράσεις που χοροπηδούσαν μπρος στα μάτια μου, καθώς εκείνη μετατόπιζε κάθε τόσο τη θέση του βιβλίου.  

«χωρίζω το σώμα μου στα δυο [εκεί έχασα τη συνέχεια], όλα είχαν ξεφύγει από τη φυσική τους θέση, το αιδοίο μου μεταφέρθηκε ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών μου και τα μάτια μου έγιναν ρόγες που καλούσαν ή απωθούσαν όποιον τις ορεγόταν [εκεί πάλι κόπηκα] δεσπόζει παντού στην πόλη η μανία για ανθρώπινο αίμα, αίμα περιόδου παρθένας, παρθένας με κατάλευκο δέρμα, δέρμα φοβισμένο από τις ανεπαίσθητες διαφοροποιήσεις της φωτεινότητας [ξανακόπηκα] αρπάζω την ανυπάκουη μιλιά μου και την τοποθετώ και πάλι στο στόμα μου, στο σώμα μου, το είναι μου» 

Στο σημείο αυτό η λαθρανάγνωση μου σταμάτησε απότομα, αφού εκείνη έκλεισε με κρότο το βιβλίο, καθώς το λεωφορείο σταμάτησε μπροστά μας για να επιβιβαστούμε. Είχα την αίσθηση ότι κάπως είχε πειραχτεί από την κατά κάποιο τρόπο ανάρμοστη συμπεριφορά μου. Την ακολούθησα στο λεωφορείο, χωρίς να προλάβω να δω αν επρόκειτο για το δικό μου. Το θράσος μου, αλλά και η ανάγκη μου, συνεχίστηκε. Κάθισα στη κενή θέση δίπλα της. Γιατί άραγε; Αυτή η φράση για την ανυπάκουη μιλιά κάτι μου έκανε. Μου ξανάφερε μεμιάς μέσα μου όλη την ιστορία με τη φωνή που με είχε προ διετίας τόσο αναστατώσει.  

Άνοιξε το βιβλίο με μια κλίση που δυσκόλευε κάπως τη ματιά μου. Εγώ, πιο φανερά παρά ποτέ, χώνοντας σχεδόν το κεφάλι μου ανάμεσα στα χέρια της, πρόλαβα να διαβάσω

«ο ιδρώτας μου είναι θεατής των σηράγγων»

Σοκαρίστηκα. Ήμουν σίγουρος ότι δεν με απατούσε η μνήμη μου. Πρέπει να ήταν μια φράση που μου είχε πει η φωνή. Ή μήπως παρελθόν και παρόν είχαν όλα ανακατευτεί ανεπανόρθωτα; Μα ποιο ήταν τέλος πάντων αυτό το βιβλίο; Το βιβλίο, η συγγραφέας του βιβλίου [πόσο αυθόρμητα τη θεώρησα γυναίκα] με ενδιέφερε. Όχι η συγκεκριμένη κοπέλα που το διάβαζε. Θα της το έλεγα ξεκάθαρα. 

«Με συγχωρείς. Δεν θέλω να σε ενοχλήσω άλλο και συγνώμη για την ολοσχερή αδιακρισία μου. Το μόνο που θα ήθελα από σένα είναι να μου πεις το συγγραφέα, τον τίτλο και τον εκδότη αυτού του βιβλίου». 

Παίρνει τότε εκείνη ένα φύλλο χαρτί και γράφει «Κυματισμοί» της Έλεν Βίλμαν, Εκδόσεις «Πρόσωπα».

Η κοπέλα δίπλα μου δεν μπορούσε να μιλήσει. Ήταν κωφάλαλη. Ήταν φανερό. Όταν της μιλούσα χωρίς να με βλέπει δεν έπαιρνε είδηση. Την ευχαρίστησα. Κατέβηκα στο κέντρο και έτρεξα γραμμή στη «Διάστιξη». Ήλπιζα να το βρω.

Ήμουν πολύ άτυχος. Η συγγραφέας τους ήταν άγνωστη. Και το χειρότερο απ’ όλα τέτοιος εκδοτικός οίκος δεν υπήρχε.

Ήμουν και πάλι στο σημείο μηδέν. Προσπαθούσα απεγνωσμένα να αντιληφθώ το πιθανό νόημα που εμπεριείχε το συμβάν του λεωφορείου. Μια γυναίκα μουγκή, ένα σώμα χωρίς φωνή με συνέδεε και πάλι με τη φωνή που αναζητούσα, μια φωνή χωρίς σώμα.

Η εμμονή κι ο εφιάλτης ξανάρχισαν. Μετατόπισα τη δουλειά μου τις βραδινές ώρες κι έκανα επί μέρες το ίδιο δρομολόγιο. Εις μάτην. Η άγνωστη κοπέλα με τους «Κυματισμούς» δεν εμφανίστηκε ξανά.

Σαν κάποιος να έπαιζε μαζί μου. Τη στιγμή που είχα απεξαρτηθεί από τη φωνή, είχε αρχίσει και πάλι το ίδιο μαρτύριο.

Δεν ήξερα από πού να πιάσω και πάλι τον μίτο. Σκέφτηκα ξανά τη φράση με τον ιδρώτα. Είχα ξεχάσει την ακριβή φράση. Υπήρχε μια σύνδεση ανάμεσα στον ιδρώτα και τις σήραγγες.  

Μια νύχτα μετά από καμιά βδομάδα αφυπνίστηκε το ασυνείδητο μου σε ένα πολύ παράξενο όνειρο:

Ήμουν κάτω από μια γέφυρα. Μάλλον σε άλλη εποχή. Και σε έναν ακαθόριστο τόπο. Ήταν μια απ τις γέφυρες του Σηκουάνα; Ή μήπως στον Άρνο, στη Φλωρεντία; Μια λιτανεία περνούσε από μπροστά μου. Επικεφαλής ήταν δυο άντρες, με πολυποίκιλτα ρούχα, και με μια καδένα με μεγάλα μαργαριτάρια στο λαιμό. Με κοίταξαν περίεργα σαν να συμμετείχα αλλά και να μη συμμετείχα στο δρώμενο τους. Πίσω τους ήταν αλυσοδεμένες μια σειρά από γυναίκες. Τους είχαν φορέσει χοντρούς χαλκάδες στο λαιμό, και τις έσερναν σαν ζώα. Είχαν πληγιάσει παντού. Δεν ήμουν σίγουρος ότι ζούσαν όλες. Κάποιες ήταν κατακίτρινες. Γύρισα από την άλλη και έκανα ένα παρατεταμένο εμετό. Με πλησίασε τότε ο ένας απ’ τους δυο επικεφαλής και μου είπε:

«Μη τις λυπάσαι. Μη γελιέσαι. Δεν πρόκειται για ανθρώπους. Είναι ο σατανάς. Τον σατανά βασανίζουμε κι έτσι δοξάζουμε το θεό.»

«Μα αυτές πεθαίνουν. Δεν το βλέπετε;»

«Είσαι πολύ αφελής. Ο σατανάς δεν πεθαίνει ποτέ.»

Μια απ’ τις γυναίκες άφησε μια βαθιά κραυγή και παραιτήθηκε. Ήταν η πιο σοφή κίνηση. Η μόνη λύση. Σε λίγο όλες σχεδόν οι γυναίκες ήταν νεκρές. Έσερναν πτώματα και τους φέρονταν σαν να είναι ζωντανές, σαν υλικό που είχε ακόμη τη δυνατότητα να βασανιστεί. Μόνο μια τους κοίταζε με απέχθεια και με μια διεισδυτικότηκα που είμαι σίγουρος ότι τους έφερνε σε αμηχανία.

«Τη βλέπεις αυτή;» με ρώτησε, και καθώς δεν πήρε καμιά απάντηση συνέχισε. «Έχει χάσει όλους τους χυμούς της και συνεχίζει. Στο είπα. Ο σατανάς δεν πεθαίνει ποτέ. Τη βασάνιζα όλη τη νύχτα. Και μάζεψα τον ιδρώτα της σ’ ένα μπουκαλάκι. Ήθελα να το κρατήσω σαν ενθύμιο. Το νέκταρ του σατανά. Τι λες; Υπάρχει πιο πετυχημένος προσδιορισμός απ’ αυτόν;»

«Γιατί τη βασάνιζες; Τι ήθελες να αποσπάσεις; Κάποια ομολογία ίσως;»

«Ναι, ότι είναι ο σατανάς».

«Και; Δε σου έκανε τη χάρη; Δεν το ομολόγησε;»

«Το ομολόγησε».

«Και τότε γιατί συνέχισες;»

«Γιατί κατάλαβα ότι το έλεγε ψέματα, για να με παραπλανήσει».

«Μα, αν ψευδόταν, όπως μόλις τώρα είπες, αυτό σημαίνει ότι είναι αθώα, ότι δεν είναι ο σατανάς».

«Η αφέλεια σου θα μείνει μνημειώδης. Είναι ο σατανάς που υποκρίνεται τον αθώο που υποκρίνεται ότι είναι ο σατανάς».

Τότε η γυναίκα γυρίζει προς το μέρος του και του λέει:

«ο ιδρώτας μου είναι θεατής των σηράγγων που ενοχοποιούνται μέσα στο αίμα σου»

«Πώς τολμάς να μιλάς έτσι στον λεγάτο του Πάπα;» της φωνάζει ο δήμιος που την έσερνε. Βγάζει το μαχαίρι του και της κόβει βαθιά το λαιμό.

Ποτέ δεν θα ξεχάσω το βλέμμα της. Συνέχιζε να τον κυττάζει με αυτό το διεισδυτικό πνεύμα, και έμοιαζε ότι θα συνέχιζε για πάντα ως την αιωνιότητα.

Κι ενώ σερνόταν κι αυτή νεκρή σαν τις υπόλοιπες, μια φωνή έφτασε στ’ αυτιά μου:

«Είσαι ο μόνος που με αγάπησε. Σ’ ευχαριστώ. Θα σε θυμάμαι πάντα. Είσαι ο παράδεισος μου».

Ξύπνησα.

«Πρέπει να πέρασες μια πολύ δύσκολη νύχτα»

Κύτταξα γύρω μου. Δεν υπήρχε κανείς. Ναι, ήταν η φωνή.

«Ξαναγύρισες λοιπόν;»

«Ναι, είμαι η Ωγκυστίν και τώρα ξέρεις την ιστορία μου».

«Σ’ αγαπάω πολύ», της είπα. «Σε παρακαλώ μη με αφήσεις ποτέ»

«Από τότε, από κείνη τη στιγμή δεν μπορώ ν’ αφήσω τον κόσμο των ζωντανών. Ένας άνθρωπος τότε μου έδωσε την λαχτάρα να συνεχίζω να ζω και να χαίρομαι αυτό που δεν έζησα με το σώμα μου. Κι ένας άνθρωπος τώρα μου δίνει την ελευθερία να πεθάνω και να εισχωρήσω στη χώρα όπου υπάρχουν μόνο ήχοι και όπου τα σώματα δεν είναι όργανα ηδονής αλλά εμπόδια ευτυχίας».

Η φωνή σταμάτησε για πάντα. Έψαξα τα μεσαιωνικά αρχεία της Τοσκάνης. Και τη βρήκα την Ωγκυστίν ντι Φιρέντσε, την επονομαζόμενη δαιμονική κόμισσα, μια ακόμη γυναίκα που κατηγορήθηκε άδικα για άσκηση της μαγείας, γιατί απλά είχε κόκκινα μαλλιά και θεάθηκε να περπατά μόνη στο δάσος μια νύχτα με πανσέληνο, και να απαγγέλλει ένα ποίημα για τα στοιχειά και τις νεράιδες. 

Copyright by Markos the Gnostic